Τηλεοπτικός στάρ

 

Ο Γ. Μπουτάρης είναι ένας άνθρωπος πολιτικά ασαφής – εγώ θα τον τοποθετούσα στο ευρύτερο φιλελεύθερο κέντρο: λίγο πρόοδος, λίγο πολιτική ορθότητα, λίγο μειονότητες, ολίγη από επιχειρηματικότητα (επιτυχημένος επιχειρηματίας και ο ίδιος, το δίχως άλλο). Ο ντιλεταντισμός του, προϊόν της οικονομικής του ευμάρειας αφενός, του γεγονότος ότι ο δήμος τον αγκάλιασε έχοντας μάλλον αηδιάσει από την αισχρή διοίκηση Παπαγεωργόπουλου αφετέρου, τον καθιστά αναγνωρίσιμο, το λιγότερο.

Στα χρόνια της δημαρχίας του ή Θεσσαλονίκη έδειξε να παίρνει κάτι από το χαμένο κοσμοπολίτικο (αν και αυτό σηκώνει συζήτηση για διάφορους λόγους) αέρα της, το οποίο προφανώς αποτιμάται στα θετικά της θητείας του. Λίγο ο τουρισμός με κόσμο από την Τουρκία και τα Βαλκάνια, λίγο το άνοιγμα στους Ισραηλίτες που έχουν βαθείς ιστορικούς δεσμούς με την πόλη μας, ο Μπουτάρης συνέβαλε και στην κίνηση της αγοράς που πάντα έχει ανάγκη από ρευστότητα. Παράλληλα, η αναβάθμιση ορισμένων σημείων του κέντρου με έργα, με δεντροφύτευση σε διάφορα σημεία κλπ, τα κατέστησε εκ νέου προσβάσιμα, ενώ η αποπεράτωση της νέας παραλίας, έργου που είχε ξεκινήσει πριν το Μπουτάρη, είναι ίσως ό, τι καλύτερο συνέβη στο δήμο.

Το πρόβλημα της δημαρχίας Μπουτάρη, πέραν όλων αυτών, είναι σε πρώτο βαθμό για τον γράφοντα πρόβλημα αισθητικής ως αποτέλεσμα των ιδεολογικών αγκυλώσεων που φέρουν ο δήμαρχος και οι αυλικοί του (κάθε δημοφιλής προσωπικότητα έχει τέτοιους). Ομνύοντας στο βωμό μιας προοδευτικότητας για χάρη αυτής καθαυτής, ο δήμος υιοθετεί ακρίτως πρότυπα και παραστάσεις του εξωτερικού (παραδοσιακά απαράδεκτος, φερ’ ειπείν, ο χριστουγεννιάτικος στολισμός του κέντρου, ο πλέον κακεντρεχής νομίζει ότι κρέμασαν αντρικά μόρια με φιόγκο στην Β. Ολγας) τα οποία όμως, ως στείρος μιμητισμός, αποκτούν διαστάσεις καρικατούρας, χωρίς να αντιπροσωπεύουν, έστω στο ελάχιστο, το χαρακτήρα της πόλης ή να θυμίζουν αντίστοιχες πόλεις του εξωτερικού. Νομίζει κανείς ότι ζει σε κάποιον πίνακα φιλοτεχνηθέντα από κάποιον κακό μαθητή του Πικάσο, ενώ όλο αυτό ντύνεται με ένα επιτηδευμένο avant-garde περιτύλιγμα, ακατανόητο για τους δήθεν αδαείς που δεν μπορούν να το καταλάβουν και να το εκτιμήσουν.

Αν στο παραπάνω προσθέσει κανείς και το γεγονός ότι η πόλη παραμένει αισχρά βρώμικη και έρμαιο της, αθλίας ποιότητας, αστικής της συγκοινωνίας (θετικό, ωστόσο, το νέο σύστημα για το πάρκινγκ στο κέντρο), αντιλαμβάνεται ότι οι εκδηλώσεις μνήμης και το pride είναι μεν καλοδεχούμενα και φανερώνουν έναν ανθρωπισμό που έλειπε ως τώρα, η δε κόντρα με τους θρησκευτικούς παράγοντες της πόλης ικανοποιεί και το προοδευτικό αντικληρικαλιστικό μας ένστικτο, παρόλα αυτά μάλλον τηλεοπτικά παρά ουσιαστικά λειτουργούν, κρατώντας το όνομα του ίδιου του δημάρχου στην επικαιρότητα. Με άλλα λόγια, η καθημερινότητα των Θεσσαλονικέων όταν σβήνουν τα φώτα των εκδηλώσεων δεν μοιάζει να βελτιώνεται και τόσο, ούτε να αλλάζει άρδην η ποιότητα της ζωής τους. Η δε πλήρης απαξίωση της βυζαντινής κληρονομιάς της πόλης (γιατί η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη με έντονο το βυζαντινό αποτύπωμα, είτε αυτό αρέσει σε ορισμένους είτε όχι) στο όνομα ακριβώς αυτού του προοδευτισμού που τόσο θερμά ευαγγελίζεται ο δήμαρχος της, προκαλεί τουλάχιστον θυμηδία.

Καλό θα ήταν ο κ. Μπουτάρης να έμενε εντός του πλαισίου που ορίζουν τα θεσμικά του καθήκοντα, να άφηνε για λίγο τις κάμερες, να άφηνε την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής και την έκθεση της ερωτικής του ζωής, ανάμεσα στα άλλα, και να επικεντρωνόταν στα καθήκοντά του. Ξέρω βεβαίως ότι στη χώρα μας το τηλεοπτικό κριτήριο είναι και το κυρίαρχο στην ανάδειξη του πολιτικού προσωπικού. Δεν γίνεται όμως να ασκούμε κριτική σε μία μερίδα πολιτικών και να εξαίρουμε μία άλλη για τον ίδιο λόγο.

Ο Παλαιοπασόκος

Advertisements