Ο Καλύβας, η χούντα και η Δημόσια Ιστορία.

 

του Σουλεϊμάν αλ Κανουνί.

Υποθέτω πως λίγοι είναι εκείνοι που είτε μέσω των social media είτε απλώς μέσα από αναρτήσεις, άρθρα, απαντήσεις και κόντρα απαντήσεις δεν ενημερώθηκαν (ή έστω «ενημερώθηκαν») για τη συζήτηση που προκάλεσε το άρθρο του καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης κ. Στάθη Καλύβα στην Καθημερινή γύρω από την κληρονομιά που άφησε πίσω της η χούντα. Άναψαν και κόρωσαν τα πληκτρολόγια με πολλούς να κατηγορούν τον καθηγητή ότι επιχειρεί να ξεπλύνει τη χούντα, άλλους να του αποδίδουν απόπειρα άρθρωσης νέου πολιτικού αφηγήματος και να το συνδέουν ( ; ) με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, πολλούς, ίσως τους περισσότερους να του αποδίδουν φιλοχουντισμό και κάποιους άλλους, αισθητά λιγότερους, να προσπαθούν να ασκήσουν την όποια κριτική τους με μετριοπάθεια και ψυχραιμία.

Πρώτα πρώτα να πω το εξής. Δεν είμαι με τον Στάθη Καλύβα. Από όσα κείμενά του -επιστημονικά- έχω διαβάσει στα ελληνικά, ξεχωρίζω μόνο τρία: Ένα στο συλλογικό «Μέτα τον Πόλεμο», ένα στο επίσης συλλογικό «Νότια Πελοπόννησος 1940-1950» και τέλος τα δύο κείμενα του στο επίσης συλλογικό «Ανορθόδοξοι Πόλεμοι». Ούτε οι «Θρίαμβοι» ούτε πολύ περισσότερο τα «Εμφύλια Πάθη» με ενθουσίασαν, θα μπορούσα να αναπτύξω γιατί αλλά θεωρώ πως δεν είναι της παρούσης. Με δυο λόγια, απέχω αρκετά από το να θεωρώ «Πάπα» της σύγχρονης νεοελληνικής ιστοριογραφίας τον Στάθη Καλύβα. Κατά συνέπεια, θα περίμενε κανείς πως θα ήμουν από εκείνους που επισημαίνοντας τις αδυναμίες του άρθρου του, θα τον καταδίκαζα, ή τουλάχιστον δεν θα τον υποστήριζα.

Όμως, για μισό λεπτό. Ας πούμε πως ο κ. Καλύβας είναι ένας μέτριος ή κακός ιστορικός ερευνητής. Ας το χοντρύνουμε να πούμε ότι «δεν ξέρει που του παν τα τέσσερα, είναι ανιστόρητος» και άλλα παρόμοια που διάβασα. Σύμφωνοι. Τί από αυτά τον καθιστά φιλοχουντικό; Γιατί η βασική κατηγορία, ή τουλάχιστον αυτή που του προσήφθη και ενδιαφέρει εμένα, δεν έχει να κάνει με την επιστημονική του επάρκεια. Οι 8 στους 10 εξ όσων των έκριναν έχουν πλήρη μεσάνυχτα, αγνοούν τη σχετική βιβλιογραφία, δεν έχουν τα απαραίτητα επιστημονικά εχέγγυα για να κρίνουν αν η υπόθεση εργασίας -γιατί αυτό κάνει ο κύριος καθηγητής, μια υπόθεση εργασίας διατυπώνει- μπορεί να σταθεί, να θεωρηθεί πιθανή. Άρα, δεν μας απασχολεί αυτό. Συν τοις άλλοις δε, ένα άρθρο γνώμης επτακοσίων λέξεων σε μια καθημερινή εφημερίδα, είναι μάλλον άδικο να κριθεί σχετικά με το κατά πόσον πληροί τις επιστημονικές προϋποθέσεις της ιστοριογραφίας. Αν συντάξει ποτέ μια μονογραφία γύρω από το θέμα ο κ. Καλύβας, εδώ είμαστε να την κρίνουμε κατά πως πρέπει.

Το ζήτημα λοιπόν παραμένει και δεν έχει να κάνει με την επιστημονική επάρκεια του κυρίου καθηγητή. Κι εδώ, ας μου επιτραπεί να σημειώσω πως οι περγαμηνές, οι τίτλοι σπουδών ή η φήμη, δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο ο φέρων αυτές να λέει μπούρδες. Έχουμε διαβάσει εκτενή κείμενα γιατρών στο διαδίκτυο να υποστηρίζουν τις βλαβερές συνέπειες του εμβολιασμού, οικονομολόγους να παρουσιάζουν θεωρίες αστείες έως και επικίνδυνες (το ζήσαμε και το ζούμε ακόμη αυτό, και πονάει), κλπ κλπ κλπ.

Είναι λοιπόν ο κύριος Καλύβας φιλοχουντικός; Κατά τη γνώμη μου όχι. Ουκ οίδα τον άνθρωπο βεβαίως αλλά ουδέποτε διάβασα κάτι δικό του που να αφήνει έστω μια σχετική υπόνοια. Ήταν το κείμενο του «ξέπλυμα της χούντας». Κατά τη γνώμη μου όχι. Το διάβασα ξανά και ξανά με προσοχή, θεωρώντας πως μάλλον δεν μπορώ να δω κάτι που τόσοι άλλοι, πολλοί ευφυέστεροι και εμβριθέστεροι εμού είδαν. Αλλά δεν τα κατάφερα.

Έχει όμως ενδιαφέρον το πως πολλοί θέλησαν να «αποδείξουν» το φιλοχουντισμό του κειμένου. Πχ λέει ο συγγραφέας ότι η επταετία δεν ανέκοψε την οικονομική ανάπτυξη της χώρας που είχε ξεκινήσει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’50. Να πούμε πως δεν ισχύει; Πώς την ανέκοψε; Ας το πούμε. Υποστηρίζει ο συντάκτης του άρθρου ότι δεν την ανέκοψε. Και λοιπόν; Πώς στοιχειοθετεί αυτή η άποψη φιλοχουντισμό; Προβαίνει σε κάποια αξιολογική κρίση; Επαινεί την Επταετία γι’ αυτό; Όχι. Και συνεχίζουν λέγοντας πως «δεν αναφέρει τα βασανιστήρια κλπ κλπ». Μάλιστα. Αν υποθέσουμε, θέλει κάποιος να γράψει ένα κείμενο για το πώς ο Αδόλφος Χίτλερ ανέτρεψε έναν προς έναν μέχρι το 1939 τους δυσμενείς για τη Γερμανία όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών, θα πρέπει υποχρεωτικά να αναφερθεί και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης; Είναι μια αυτονόητη αλήθεια που ουδείς αρνείται. Κι αν κάποιοι την αρνούνται, ε, αυτοί θα συνεχίσουν να την αρνούνται όσες φορές και να τη δουν γραμμένη, όσες φορές και να επισημανθεί.

Τότε; Γιατί όλος αυτός ο ντόρος; Είναι χαζοί δηλαδή οι αναγνώστες και δεν αντιλαμβάνονται. Όχι απαραίτητα. Καταρχάς, πολλοί δεν το διαβάσαν. Αναπαρήγαγαν απόψεις άλλων και δεν μπήκαν καν στον κόπο. Άλλοι πάλι, κατάλαβαν πως ο κύριος καθηγητής ήρθε να πει ό,τι λέει κι ο κουρέας τους, πως «η χούντα έκανε δρόμους». Άλλοι, διάβασαν πως η χούντα εκδημοκράτισε τη Δεξιά και νομιμοποίησε το ΚΚΕ ενώ πρόκειται απλώς για την εκτίμηση του συντάκτη πως η μεσολάβηση της επταετούς δικτατορίας είχε σαν συνέπεια τα δύο αυτά γεγονότα, πράγμα που, κατά πάσα πιθανότητα, δεν ισχύει (υπόθεση είναι άλλωστε) κι επίσης εδώ η χούντα παρουσιάζεται σαφώς σαν μια κατάσταση, ένα γεγονός που παράγει και αθέλητες συνέπειες, ακριβώς κατά τον ίδιο τρόπο που ο Ένγκελς θεωρεί πως οι διωγμοί του Διοκλητιανού είχαν σαν αποτέλεσμα τη ραγδαία αύξηση του χριστιανικού πληθυσμού της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ο βασικότερος όμως λόγος που έγινε όλος αυτός ο ντόρος είναι άλλος. Είπα πιο πάνω πως δεν θεωρώ το Στάθη Καλύβα φιλοχουντικό. Είναι όμως πιθανόν ο άνθρωπος να είναι Δεξιός, Κεντροδεξιός, Συντηρητικός ή Φιλελεύθερος. Δεν μου δίνει την εντύπωση Σοσιαλδημοκράτη, Σοσιαλιστή ούτε οπωσδήποτε Αριστερού. «Δηλαδή τί μας λες; Πώς ο Καλύβας δέχτηκε επιθέσεις επειδή είναι Δεξιός;», θα ρωτήσει κάποιος.

Πάνε αρκετά χρόνια από τότε που στο «Μετά τον Πόλεμο» κυρίως αλλά και στη «Νότια Πελοπόννησο 1940-1950», ο καθηγητής, παίρνοντας ως παραδείγματα δύο επαρχίες της Πελοποννήσου, την Αργολίδα και τη Μεσσηνία αντίστοιχα, υποστήριξε πως κατά τον πρώτο κύκλο του Εμφυλίου κυρίως, μεσούσης της Κατοχής, το ΕΑΜ προέβη σε εκτεταμένες αγριότητες έναντι των μη συμπαθούντων το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ. Εθίγησαν τα όσια και τα ιερά της καθ’ημάς Αριστεράς και της πάντοτε θωπεύουσας αυτήν Κεντροαριστεράς. Ανάβει και τότε ο δημόσιος διάλογος, διαξιφισμοί μέσα από τις στήλες των εφημερίδων και των περιοδικών, ημερίδες, στρογγυλές τράπεζες, και τα τοιαύτα. Σήμερα, ακόμη και αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων ιστορικοί, όταν αναφέρονται στην περίοδο εκείνη, αποδέχονται πως σαφώς, βιαιότητες διεπράχθησαν ένθεν κι ένθεν. Γιατί αλήθεια;

Όταν έγινε ο κακός χαμός το 2004, θεωρείτο όχι μόνο αδιανόητο το γεγονός ότι ένας ιστορικός μπορούσε να γράφει για τη βία της Αριστεράς στον Εμφύλιο, πολύ περισσότερο δε ένας μη Αριστερός ιστορικός. Ήταν ιεροσυλία, ανόμημα φρικτό, ένας ακάθαρτος να αγγίξει την Ιερά Κιβώτο της Αριστεράς και να την αποκαθηλώσει από το θρόνο του διαρκώς αδικημένου αθώου θύματος, όπως την είχε μάθει να θεωρεί εαυτήν η Μεταπολίτευση. Γιατί αυτό ακριβώς είναι το ζήτημα. Το ίδιο ακριβώς κείμενο γραμμένο από ένα Αριστερό ή «αριστερής καταγωγής» ιστορικό, πολλοί από εκείνους τους ανώνυμους ή επώνυμους που θέλησαν να απαντήσουν και απάντησαν στο Στάθη Καλύβα, θα το δέχονταν ασμένως ή το πολύ με ελάχιστες επιφυλάξεις ή επισημάνσεις. Πολύ πιο επιθετικά κείμενα και αποκαθηλωτικά για το ρόλο της Αριστεράς στον Εμφύλιο έχουν γράψει ο Νίκος Μαραντζίδης ή ο Σάκης Μουμτζής αλλά, έχοντας πίσω τους ένα αριστερό παρελθόν, ο χώρος της Σοσιαλδημοκρατίας ή της Κεντροτέτοιας, να το πω καλύτερα, τους αντιμετωπίζει διαφορετικά. Εκείνοι μπορούν να μιλήσουν. Ο Καλύβας όχι.

Είναι χαρακτηριστικό, διαβάζω ας πούμε τα βιβλία του Στράτου Δορδανά, ενός εξαιρετικού επιστήμονα, ο οποίος καλύπτοντας από πολλές πλευρές τη θεματική του που έχει να κάνει με τα Τάγματα Ασφαλείας, τους συνεργάτες των Ναζί και τα γερμανικά αντίποινα, όπως προκύπτουν από την αντιατασιακή δράση, κι ενώ είναι ιδιαίτερα σκληρός με τους ουκ ολίγους εγκληματίες πολέμου ή δωσίλογους που δεν πλήρωσαν ποτέ για τα εγκλήματά τους, δεν διστάζει όμως να παραθέσει περιπτώσει που ο ΕΛΑΣ δρούσε κοντά σε περιοχές που δεν είχε ιδιαίτερα ερείσματα, ελπίζοντας σε αντίποινα που θα του εξασφάλιζαν μετέπειτα επιρροή. Φύλλο δεν κουνήθηκε. Για την ιστορία, ένα βιβλίο του έχουν προλογίσει οι Καλύβας-Μαραντζίδης κι ένα ο Πολυμέρης Βόγλης. Κι όποιος θέλει, μπορεί να ψάξει και να βρει.

Επίσης, αυτό που έχει ενδιαφέρον στην περίπτωση Καλύβα είναι πως όλοι εκείνοι που υποστήριξαν άλλοτε με ιδιαίτερη θέρμη το δικαίωμα της Μαρίας Ρεπούση να εκφέρει την επιστημονική της άποψη περί «συνωστισμού» στο λιμάνι της Σμύρνης το 1922, ακόμη κι αν αυτή η επιστημονική γνώμη δεν προκύπτει από κανενός είδους αυθεντία δεδομένου ότι η διδακτορική διατριβή αλλά και οι μετέπειτα δημοσιεύσεις της κυρίας Ρεπούση αφορούν στην Ιστορία της Εκπαίδευσης κι όχι την περίοδο του Μεσοπολέμου, τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις κλπ, δεν υπάρχει δηλαδή καμία συνάφεια (αντίθετα, θα ήταν τελείως διαφορετικό αν υποστήριζε κάτι τέτοιο η Σία Αναγνωστοπούλου της οποίας είναι σχετικό το γνωστικό αντικείμενο), μαχητές της «αναθεωρητικής άποψης» για την Ιστορία και υπέρμαχοι της βολταίρειας ρήσης σχετικά με την ελευθερία του λόγου, στην καλύτερη περίπτωση εσίγησαν, στη χειρότερη έριξαν πρώτοι τον λίθο του αναθέματος.

Δεν έχει σήμασια, ξαναλέω, αν το κείμενο του Στάθη Καλύβα είναι καλό ή κακό, προχειρογραμμένο ή όχι, έξυπνο ή ανόητο, επιστημονικά επαρκές ή μη. Αυτό που έχει σημασία είναι πως δεν επιτρέπεται ένας μη Αριστερός να αγγίζει θέματα που άπτονται των Αριστερών ή Κεντροαριστερών ευαισθησιών. Γιατί πολύ απλά, αν υποθέσουμε πως ο μητροπολίτης Πειραιώς έλεγε σε κάποιο κήρυγμά του, ό,τι ακριβώς, μα ακριβώς, mot à mot, έγραψε η Σώτη Τριανταφύλλου και του έκανε ο Δημητράς μήνυση, θα έσπευδαν οι διαφορές προσωπικότητες, σημαντικές και ασήμαντες μαζί, να υπογράφουν κείμενο υποστήριξης υπέρ του και να καταγγείλουν την προσπάθεια φίμωσής του; Νομίζω όλοι γνωρίζουμε την απάντηση.

Advertisements