«Βρε αν δεν είχαμε τη διχόνοια, που μας βάζουν και τρωγόμαστε, θα μεγαλουργούσαμε!»  

 

 

του Σουλεϊμάν αλ Κανουνί.

 Ούτε θυμάμαι πόσες φορές, από τα σχολικά μου χρόνια ήδη, άκουσα ή διάβασα την παραπάνω καραμέλα. Από την ιστορία των πόλεων-κρατών του 5ου αιώνα π. Χ. μέχρι τη ρωμαϊκή κατάκτηση του 146 π. Χ. κι από την κόντρα ενωτικών και ανθενωτικών τον 15ο αιώνα, προ της κατάλυσης της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέχρι τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους και σήμερα, πάντα θα βρεθεί κάποιος να επισημάνει πως ο ελληνισμός συχνότατα πλήττεται από την «ασθένεια της φυλής», το διχασμό, που ακυρώνει κάθε προσπάθεια ακμής του έθνους και που, αν βρισκόταν κάποιος τρόπος ( ή όπως υπονοείται συχνά κάποιος ηγέτης-Μεσσίας) να υπερκεραστεί αυτή η φοβερή Διχόνοια, η δολερή, που βαστάει σκήπτρο και το δίνει χαμογελώντας στον καθένα, όπως λέει στον «Ύμνο» του ο εθνικός Σολωμός, η ελληνική φυλή θα μεγαλουργούσε, δεδομένου ότι είναι πασών των άλλων ανωτέρα.

Φυσικά, δεν κομίζω γλαύκας ες Αθήνας, ούτε έκανα καμία φοβερή ανακάλυψη. Αφορμή γι’ αυτές τις λίγες σκέψεις, στάθηκε ένας διαδικτυακός διάλογος προ ολίγων ημερών, όπου ο συνομιλητής μου κάποια στιγμή, επεσήμανε σαν αυτονόητη και δεδομένη αλήθεια, τους «κακούς ξένους» που ως γνωστόν, «μας βάζουν και τρωγόμαστε για να ικανοποιήσουν τα συμφέροντά τους».

Ασφαλώς. Οι «κακοί ξένοι». As always. Πώς δεν το σκέφτηκα; Μπήκα λοιπόν στη διαδικασία να θυμηθώ ξανά τις εμφύλιες συγκρούσεις, τουλάχιστον του νεότερου ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα για να δω το ρόλο αυτών των «καταραμένων ξένων» που νυχθημερόν απεργάζονται το κακό του ελληνισμού.

Οι πρώτες εμφύλιες διαχύσεις ξεκινούν ήδη από τα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα με τις συγκρούσεις των ετών 1824-1826. Αναζήτησα τους ξένους δάκτυλους πίσω από αυτές τις διενέξεις και ομολογώ απογοητεύτηκα. Οι ξένοι ακόμη ούτε καν καταδέχονται να ασχοληθούν μεθ’ ημών, τηρώντας μάλλον επιφυλακτική στάση κι αναμένοντας να δουν που θα καθίσει η μπίλια, ήτοι αν τελικά θα κατορθώσει να καταβάλει τις επαναστατημένες του επαρχίες ο Σουλτάνος ή αν οι επαναστάτες αποδειχτούν σκληρά καρύδια τόσο, ώστε να τους αξίζει να αποκτήσουν το κράτος που επιδιώκουν.

«Μα τα δάνεια που σπαταλήθηκαν στους εμφυλίους αντί να διατεθούν για τις ανάγκες του Αγώνα;» Όντως αυτό συνέβη, με τη μόνη διαφορά όμως ότι Έλληνες ήταν εκείνοι που τα διαχειρίστηκαν κι ακόμη, το ουσιώδες, είναι πως οι εμφύλιοι δεν προέκυψαν επειδή αυτό επεδίωκαν οι Μεγάλες Δυνάμεις αλλά γιατί, απλούστατα, υπήρχαν αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ των επαναστατών, τα οποία φυσικά ήταν πολύ πιο σύνθετα από το σχηματικό διαχωρισμό που κάνουν συνήθως τα σχολικά εγχειρίδια σε οπλαρχηγούς (γενικά κι αόριστα) και κοτζαμπάσηδες (ακόμη πιο γενικά και πιο αόριστα).

«Κι ο εμφύλιος που ξέσπασε μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια;» Ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση που τουλάχιστον οι δύο από τις τρεις εγγυήτριες Δυνάμεις έβαλαν το χεράκι τους, υπήρχαν και πάλι ήδη διαμορφωμένες φατρίες που απλώς διάλεγαν προστάτες, οι οποίοι σαφέστατα, μέσα στο ισχύον πλαίσιο, φρόντιζαν τα συμφέροντά τους. Με δυο λόγια, δεν προκάλεσαν τον εμφύλιο απλώς εκμεταλλεύτηκαν τις ήδη υπάρχουσες καταστάσεις.

Ο τρίτος ελληνικός εμφύλιος λαμβάνει χώρα στον 20ο αιώνα πια κι ίσως θα ήταν δίκαιο να πούμε πως εδώ, οι Μεγάλες Δυνάμεις έπαιξαν τον πλέον καταλυτικό ρόλο και ναι, δε θα ήταν άδικο να πει κανείς πως προκάλεσαν τον Εθνικό Διχασμό των ετών 1915-1922, οι συνέπειες του οποίου, ξεπεράστηκαν μετά την Κατοχή και τις νέες συνθήκες που προκάλεσε ο Εμφύλιος των ετών 1943-1949.

Και για τον Εμφύλιο; Οι Μεγάλες Δυνάμεις «δε μας έβαλαν να σκοτωθούμε;» Ο Τσώρτσιλ, ο Στάλιν κι ο Ρούσβελτ δε μας έριξαν στην μοίρα της Μεγάλης Βρετανίας; Οι Βρετανοί σε πρώτη φάση και σε δεύτερη, από το 1947 και μετά, οι Αμερικανοί δεν πήραν σαφώς μέρος με τη μία πλευρά, αυτή του αστικού κράτους ενώ από την άλλη η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν που υποδαύλισε την κομμουνιστική διάθεση για ρήξη και ένοπλο αγώνα, με τη Γιουγκοσλαβία να ενισχύει τις δυνάμεις του ΔΣΕ;

Πάλι όμως, παρατηρεί κανείς το ίδιο: δε μας έβαλε κανείς να σκοτωθούμε. Ίσα ίσα, μια χαρά έκαναν τη μοιρασιά στη Τεχεράνη, στη Γιάλτα, στο Ποτσντάμ και δεν είχαν κανένα λόγο να ξοδέψουν χρόνο και χρήμα (πολύ χρήμα!) ενώ ο πόλεμος ακόμη δεν είχε τελειώσει –τα Δεκεμβριανά λαμβάνουν χώρα σχεδόν ταυτόχρονα με τη μάχη των Αρδεννών το 1944- κι ενώ έχουν τα δικά τους έθνη και τα δικά τους προβλήματα να αντιμετωπίσουν. Η δικτατορία του Μεταξά και η Κατοχή στη συνέχεια, ανανέωσε το πολιτικό παιχνίδι κι έβαλε μέσα νέους παίκτες, όπως ήταν το ΕΑΜ που ήθελε –πράγμα λογικό- να πάρει κομμάτι από την πίτα της πολιτικής εξουσίας, με το πρόβλημα να φτάσει στην ένοπλη σύρραξη όταν το ΕΑΜ, δηλαδή το ΚΚΕ, θέλησε να μονοπωλήσει την εξουσία, χαλώντας όχι μόνο τα σχέδια των αστικών κομμάτων αλλά και θέτοντας σε κίνδυνο τη συμφωνία της Γιάλτας (δεν είναι τυχαίο ότι στο ξέσπασμα των Δεκεμβριανών με τις δυνάμεις του αστικού κράτους να αποτελούνται κυρίως από πρώην ταγματασφαλίτες και λίγους χωροφύλακες καθώς και τις αρκετά ασήμαντες αριθμητικά βρετανικές μονάδες, κι ενώ μια ολόκληρη σοβιετική στρατιά βρίσκεται στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, ο Στάλιν δεν πράττει το παραμικρό που θα έθετε σε κίνδυνο τη συμφωνία που έχει αποδεχτεί σε σχέση με τη σφαίρα επιρροής στην οποία θα ανήκει η Ελλάδα).

Πού θέλω να καταλήξω; Μέσα στα χρόνια της κρίσης συχνά, πολύ συχνά, διαβάσαμε για τους «κακούς ξένους» τους «τοκογλύφους», που μόνη τους έγνοια είναι να μη μας αφήσουν να σηκώσουμε κεφάλι, να είμαστε εξαρτημένοι από τα δανεικά τους, γι’ αυτό και άλλωστε ο υπερήφανος ελληνικός λαός, που ταυτόχρονα είναι και ο εξυπνότερος λαός του κόσμου, ψήφισε «Ελπίδα» στις εκλογές του 2015 και «ΑΚΣΙΟΠΡΑΙΠΕΙΑ» στο δημοψήφισμα του καλοκαιριού του ίδιου έτους. Ας μην παραξενευόμαστε. Στις εθνικές μας φαντασιώσεις, κάθε εθνική μας επιτυχία οφείλεται στις απαράμιλλες ικανότητες που διακρίνουν την ελληνική φυλή ενώ κάθε εθνική καταστροφή οφείλεται στις ενέργειες των ξένων, οι οποίοι, όχι μόνο κοιτάζουν πως θα μας εκμεταλλευτούν και θα ικανοποιήσουν τα συμφέροντά τους σε βάρος μας αλλά είναι η κακία και ο φθόνος «για τον ήλιο, τη θάλασσα και το τσίπουρο» που τους ωθούν να μας μισούν με μανία και να συσκέπτονται νυχθημερόν σε σκοτεινές αίθουσες και ύποπτες λέσχες προκειμένου να ανακαλύψουν νέες μεθόδους και τρόπους ώστε να εξολοθρεύσουν αυτό το υπέροχο ελληνικό έθνος που, «αν το άφηναν ελεύθερο, θα μεγαλουργούσε», παρά το γεγονός ότι η Ιστορία των τελευταίων διακοσίων τουλάχιστον ετών αποδεικνύει πως, όσες φορές το άφησαν ελεύθερο να κάνει του κεφαλιού του, τα σκάτωσε με τεράστια επιτυχία.

Advertisements