Παρατηρήσεις γύρω από το Τουρκικό Δημοψήφισμα

 

του Σουλεϊμάν αλ Κανουνί

Πρώτα από όλα θα πρέπει να τονίσω τούτο: παρά το όνομά μου που παραπέμπει στον σημαντικότερο ίσως Οθωμανό Σουλτάνο μετά τον Μωάμεθ Β΄τον Πορθητή, δεν είμαι ειδικός. Δεν είμαι δηλαδή τουρκολόγος, δεν γνωρίζω αυτή τη στιγμή την τουρκική κοινωνία και τους σημερινούς της θεσμούς, δεν έχω άμεση επαφή με την πραγματικότητα που διαμορφώνεται στη γειτονική μας χώρα, οι γνώσεις μου σχετικά με το τουρκικό κράτος προέρχονται από την εντρύφησή μου στην ιστορία τόσο του κράτους που προκύπτει από τον Κεμάλ και μετά, όσο και προγενέστερα όταν υπήρχε η Οθωμανική Αυτοκρατορία
.
Για το λόγο αυτό και οι παρατηρήσεις μου, είναι γενικές και αφορούν κάποια γενικότερα συμπεράσματα που μπορεί κανείς να εξάγει περισσότερο για τη φύση και τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων γενικά παρά για το συγκεκριμένο.

Τέσσερα δημοψηφίσματα, αν δε μου διαφεύγει κάποιο ακόμα, γνώρισε η Ευρωπαϊκή Ήπειρος μαζί με το πρόσφατο τουρκικό τα τελευταία τρία χρόνια, με πρώτο το δημοψήφισμα της Σκωτίας σχετικά με την παραμονή της ή όχι στο ΗΒ, στη συνέχεια το ημεδαπό καραγκιοζιλίκι, ακολούθησε το βρετανικό σχετικά με την παραμονή της χώρας στην ΕΕ και ακολούθησε πριν μία εβδομάδα το τουρκικό δημοψήφισμα σχετικά με τις εξουσίες που θα έχει πλέον ο πανίσχυρος Τούρκος Πρόεδρος από το 2019 και μετά.

Θα ήταν αφελές να παρατηρήσει κανείς πως και τα τέσσερα ήταν διχαστικά. Ο χαρακτήρας ενός δημοψηφίσματος που περιλαμβάνει μόνο δύο επιλογές, εκτός από το λευκό/άκυρο ή την αποχή, είναι τέτοιος που διχάζει μια κοινωνία, ανεξάρτητα από το ποσοστό που θα λάβει η μία εκ των δύο προτάσεων. Φυσικά, όσο περισσότερο γέρνει η ζυγαριά προς τη μία πλευρά, τόσο λιγότερο αμφισβητήσιμο είναι το αποτέλεσμα και τόσο λιγότερες οι συνέπειες του όποιου διχασμού μιας κοινωνίας.Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γενεσιουργό της Μεταπολίτευσης δημοψήφισμα για το πολιτειακό, το 1974, που με το σχεδόν 70% υπέρ της αβασιλεύτου δημοκρατίας τερμάτισε με τον πλέον ξεκάθαρο, αδιαπραγμάτευτο αλλά και οριστικό και αμετάκλητο τρόπο, ένα ζήτημα που ουσιαστικά ταλαιπωρούσε την ελληνική πολιτική ζωή από το 1920.
Γνωρίζοντας όμως τον ελληνικό λαό, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι τα πράγματα δε θα ήταν καθόλου ίδια ούτε η ελληνική πολιτική ζωή θα είχε εξελιχθεί με την ίδια ομαλότητα αν το 70-30 ήταν πχ 55-45. Παρά το γεγονός ότι και πάλι το αποτέλεσμα δε θα ήταν δυνατό να αμφισβητηθεί, η διαφορά που θα προέκυπτε θα έδινε διαρκή πατήματα στον πάντοτε φίλερι ελληνικό λαό για διαρκή διχασμό και πόλωση.

Το βασικότερο πάντως προβληματικό στοιχείο όσον αφορά ένα δημοψήφισμα, δεν έχει να κάνει, όπως προαναφέρθηκε στον δεδομένο διχαστικό του χαρακτήρα. Το ουσιαστικό ζήτημα που δημιουργεί είναι η μονιμότητα των αποτελεσμάτων που προκύπτουν από μία και μόνη στιγμιαία πολιτική πράξη, αυτήν της ψήφου σε αυτό.

Ας δούμε για παράδειγμα τη Μεγάλη Βρετανία που είδε μεταξύ 2014 και 2016 δύο εξαιρετικής σημασίας δημοψηφίσματα να διεξάγονται στο έδαφός της. Τα αποτελέσματα και στα δύο, αν και προφανώς δεν είναι οριακά, είναι πολύ κοντά ενώ οι συνέπειες που προκύπτουν είναι κάτι παραπάνω από μόνιμες (δε νομίζω να νομίζει κανείς ότι η Μεγάλη Βρετανία θα επιστρέψει στους κόλπους της ΕΕ τουλάχιστον για την επόμενη εικοσαετία, σωστά;). Μια στιγμή, μια απόφαση, ένα αποτέλεσμα, σαν αγώνας νοκ άουτ.

Κι αν για τις συνήθεις εκλογικές διαδικασίες ισχύει το «μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου κλπ κλπ» στην περίπτωση ενός δημοψηφίσματος κάτι τέτοιο ισχύει σε πολλαπλάσιο βαθμό. Κατά συνέπεια, όσο λογική και δικαιολογημένη αν φαίνεται η άποψη του Εθνικού Κόμματος της Σκωτίας, δεδομένου ότι είναι πολύ πιθανόν αν οι Σκωτσέζοι ήξεραν πως θα βρεθούν εκτός ΕΕ να ψήφιζαν διαφορετικά, θυμίζει μάλλον αυτό που λέγαμε παιδιά όταν παίζαμε μπάλα και ο αντίπαλος φορ όδευε προς τα δίχτυα, «δεν πάει, δεν πάει, δένω τα κορδόνια μου».

Τα ίδια θεωρώ ισχύουν και στην πρόσφατη περίπτωση του τουρκικού δημοψηφίσματος. Πέρα από τις αναλύσεις γύρω από το προφίλ των ψηφοφόρων του «Ναι» και του «Όχι», το τουρκικό δημοψήφισμα κατέδειξε σαφώς το πόσο εύκολο είναι να αλλάξει ουσιαστικά το πολίτευμά της μια χώρα, χωρίς όπλα, χωρίς τανκς, χωρίς στρατιωτικά πραξικοπήματα, αρκεί να πειστεί ένα ικανό κομμάτι του λαού προς αυτήν την κατεύθυνση. Απέδειξε το τουρκικό δημοψήφισμα, πέραν πάσης αμφιβολίας ότι είναι εξαιρετικά πιθανό μια απολύτως δημοκρατική –που σύμφωνα με ολοένα και πιο πολλές καταγγελίες, δεν ήταν- διαδικασία να υπονομεύει τη δημοκρατία με τα μέσα που αυτή η ίδια παρέχει.

Κι επειδή φυσικά, όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Άγγελος Συρίγος, «η Τουρκία δεν είναι και κανένα πρότυπο δημοκρατίας για να λέμε πως κινδυνεύει η Δημοκρατία της», καλό είναι να έχουμε το νου μας. Γιατί δυστυχώς, ούτε και η δική μας δημοκρατία τα τελευταία δυο χρόνια αποτελεί πρότυπο δημοκρατίας, ούτε τα δύο κόμματα που μας κυβερνούν έχουν δώσει τα διαπιστευτήριά τους για την απαρασάλευτη πίστη τους στους δημοκρατικούς θεσμούς. Το καθεστώς Μαδούρο έχουν σαν πρότυπο άλλωστε…

Advertisements