Νομισματικές ιστορίες στη λαϊκή

13227471_10209153813820283_35053509384252822_o

 

Έξω από το παράθυρο έχει, όπως κάθε Παρασκευή, λαϊκή. Ακούγεται σούσουρο και στήνω αυτί.

Κάποιος προσπαθεί να ψωνίσει …με γραμματόσημα. Έχει φύλλα με τυπωμένα γραμματόσημα, που είναι κρατική έκδοση, με εγγυημένη αξία από το Δημόσιο, και μάλιστα σε ευρώ, αλλά κανείς δεν τα παίρνει. Ένας ψυχόπονος μανάβης του λέει να τα δώσει στον πάγκο στην επόμενη γωνία, στην κοπελιά που γράφει ακόμα γράμματα στον αρραβωνιαστικό της που έφυγε για δουλειά στη Σουηδία. Από το βάθος ακούγεται Καζαντζίδης…

Ένας άλλος προσπαθεί να ψωνίσει με κέρματα. Δίνει μια χούφτα κέρματα του ευρώ — ιταλικά, εσθονικά, μαλτέζικα, ελληνικά, γαλλικά, ένα κυπριακό κι ανάμεσά τους ένα αγγλικό. Ο μανάβης το επιστρέφει και ζητάει κανονικό ευρώ, δικό μας – «ας είναι και γερμανικό, της Μέρκελ» κάνει την παραχώρηση. Στα ρέστα, ο πελάτης βρίσκει ένα βουλγάρικο. Ακολουθεί καβγάς «τι να το κάνω ρε συ το βουλγάρικο;» «ό,τι κι εγώ το αγγλικό».

Πιο κάτω, ένας προσπαθεί να ψωνίσει με κάποιο ξένο χαρτονόμισμα. Δεν βλέπω τι είναι, αλλά ακούω να λέει ότι «είναι ισχυρό» – μπορεί να είναι δολάρια, αγγλικές λίρες, ελβετικά φράγκα, κινέζικα γουάν. Δεν τα καταφέρνει «Και τι είμαι εγώ, μάστορα, η τράπεζα, να ξέρω πόσο πάει και πόσα ρέστα να σου δώσω;» του λέει ο μανάβης.

Ο επόμενος προσπαθεί να ψωνίσει με γειτονικά χαρτονομίσματα. Λέει πως είναι έμπορος και έχει αλβανικά λέκια, ρουμάνικα λέι, σκοπιανά δηνάρια, τούρκικες λίρες. Ένας μανάβης ρωτάει αν έχει βουλγάρικα λέβα. Έχει. «Πόσο τα δίνεις;» «Δυο λέβα ένα ευρώ, στην επίσημη ισοτιμία. Είναι γερό νόμισμα, δεμένο με το ευρώ.» «Αν θέλεις σου αγοράζω τρία λέβα ένα ευρώ.» «Μα…» «Αν θέλεις. Και μόνο επειδή θα ανέβω την άλλη βδομάδα μέχρι εκεί…»

Άλλος λέει πως ψωνίζει μόνο με δραχμές. Έχει πάνω του δραχμές για κάθε γούστο. Έχει ένα εκατοντάδραχμο της Τράπεζας Ηπειροθεσσαλίας του 1880 τόσο (ο κόσμος δεν πιστεύει ότι υπήρχε τέτοια τράπεζα που έκοβε χρήμα). Έχει ένα κομμένο, μισό 25άδραχμο (τον «Σταύρο») της Εθνικής Τράπεζας από το αναγκαστικό εσωτερικό δάνειο της δεκαετίας του 1920 (ο κόσμος το κοιτάζει με περιέργεια), ένα κατοχικό των 100 δισεκατομμυρίων (ο κόσμος γελάει), ένα ασημένιο κέρμα τριαντάδραχμο των γάμων του Κωνσταντίνου (ο κόσμος ενδιαφέρεται — πόσο το δίνεις αυτό μάστορα), ένα δεκαχίλιαρο Παπανικολάου (ο κόσμος το δείχνει: να ρε, η δραχμούλα, αυτή ήταν κλπ αλλά κανείς δεν το θέλει ούτε αυτό). Ούτε αυτός καταφέρνει να ψωνίσει.

Ο τελευταίος μοιάζει απελπισμένος. Λέει πως έχει μια χρυσή λίρα στο πορτοφόλι του. Την δείχνει, δεν τον πιστεύουν. Ο ένας λέει πως είναι ψεύτικη, λιβανέζικη, από τον πόλεμο, ο άλλος τον κατηγορεί πως είναι λιμαρισμένη, ο τρίτος πώς είναι μολυβένια μέσα. Ένας ρωτάει «ποια είναι σήμερα η ισοτιμία;» «Να βάλουμε και σαράφικο στη λαϊκή;» του απαντάει ο πλακατζής από τον απέναντι πάγκο. Ούτε με τη χρυσή λίρα κατόρθωσε να ψωνίσει ο πελάτης, έκαιγε τα χέρια των μανάβηδων.

Ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο και τινάζομαι. Πρέπει να ήταν στιγμιαίο ονειροπόλημα – δεν ήταν πραγματικοί οι διάλογοι. Θα με επηρέασε που σκεφτόμουνα με τι θα πληρώνουμε αν πάμε στη δραχμή — μάλλον με ντενεκέδες λάδι και αβγά από το χωριό όπως είχα σκεφτεί εξαρχής.

 

Takis Drepaniotis

Advertisements