Η παρανομία ως συνήθεια

13227471_10209153813820283_35053509384252822_o

 

Δεν είναι η πρώτη φορά που διαβάζω για πυροβολισμούς πέριξ των οδών Αρμενοπούλου και του πεζοδρόμου της Αγίου Γεωργίου στη Ροτόντα. Πρόκειται για μια περιοχή του κέντρου που βρίσκεται πολύ κοντά στην πανεπιστημιούπολη, καθώς η Αρμενοπούλου, αρκετά πολυσύχναστη, τόσο λόγω των καφετεριών-εστιατορίων και λοιπών μαγαζιών, όσο και λόγω των φοιτητών που ζουν ή κινούνται εκεί και τα τελευταία χρόνια συνδέεται με την Εθνικής Αμύνης, το προς Δυσμάς όριο της Πανεπιστημιούπολης (Παλαιο Κτιριο Φιλοσοφικής, Πλατεία Χημείου κλπ.). Τα φαινόμενα παραβατικότητας στην ευρύτερη περιοχή τα γνωρίζουμε όσοι έχουμε περάσει (αρκετά συχνά ομολογουμένως) από εκεί και, λίγο έως πολύ, τα έχουμε συνηθίσει πια. Από πυροβολισμούς μέχρι διακίνηση ουσιών, το «μενού» είναι αρκούντως πικάντικο και αποκλειστικά για γερά στομάχια. Και αυτό είναι το πλέον δυστυχές σε αυτήν την ιστορία. Ότι, παρά τα διαβήματα και τις εκκλήσεις των κατοίκων στην αστυνομία και το Δήμο, το πρόβλημα παραμένει, και δυστυχώς, με την ανοχή των αρμοδίων αρχών εκτείνεται.

Διότι, η κάθε μορφής παρανομία, όταν δεν αντιμετωπίζεται αποφασιστικά, έγκαιρα και εν τη γενέσει της, ακολουθεί την πορεία μεταστατικού καρκινώματος, το οποίο εξαχρειώνει ευρύτερα το κοινωνικό σύνολο που νιώθει απροστάτευτο και, προφανώς ανήμπορο να προφυλαχτεί (άλλωστε ο ρόλος αυτός θεσμικά ανήκει στο Κράτος). Στην περίπτωσή μας, εκτιμώ ότι το καρκίνωμα αυτό εκκινεί κατευθείαν μέσα από το χώρο του Πανεπιστημίου και εξαπλώνεται στην ευρύτερη περιοχή. Αυτού ακριβώς του Πανεπιστημίου που εξετράφη μεταπολιτευτικά με το μύθο του ασύλου (έναν από τα πολλά φαντάσματα που περιφέρονται στον περίβολό του μαζί με τους χρήστες ναρκωτικών που ενίοτε ξεψυχούν στις τουαλέτες του), έχοντας πλέον εδώ και χρόνια περιπέσει σε ένα νοσηρό άβατο, κυρίως κατά τις νυχτερινές ώρες, άβατο είτε για συμμορίες που εμπορεύονται ναρκωτικά και ενίοτε ληστεύουν ή διαπράττουν άλλα εγκλήματα, είτε ΜΚΟ και συλλογικότητες (κατά τον αξιότιμο κ. Τόσκα) που καταλαμβάνουν με το έτσι θέλω πανεπιστημιακούς χώρους για λόγους αναψυχής και προκαλούν φθορές στην πανεπιστημιακή περιουσία, ενίοτε δε, βάφουν με σπρέι λεωφορεία ή ακόμη και το ίδιο το δημαρχείο Θεσσαλονίκης.Πού κολλάει το Πανεπιστήμιο, θα αναρωτηθείτε, και απαντώ: δυστυχώς, η πολύπαθη ακαδημαϊκή μας κοινότητα, περιχαρακωμένη μέσα στις ιδεοληψίες της και χαυνωμένη από την ασφάλειά της, είναι η πρώτη που απαξίωσε τον εαυτό της. Αρνούμενη σχεδόν κάθε διαδικασία εκσυγχρονισμού και αξιολόγησης, δημιουργώντας τη δική της οικογενειοκρατία και, το χειρότερο, ρίχνοντας βαθμιαία το επίπεδο των σπουδών, σε συνδυασμό με τα παραπάνω, κατέστησε το πανεπιστήμιο, περίπου πανεπιστήμιο. Έναν χώρο στον οποίο θεωρητικά (και πρακτικά) έχει πρόσβαση ο καθένας, μπορεί να κάνει ό, τι θέλει ο καθένας χωρίς το φόβο της σύλληψης και, στο μεταξύ, γίνονται και κάποια μαθήματα, και αυτά, κατά περί, όχι και της καλύτερης ποιότητας. Όταν αυτή η αντίληψη περνάει και στο σύνολο της κοινωνίας μοιραία ο θεσμός, με την απουσία νομιμότητας και ελέγχου, περιέρχεται σε παρακμή και οι πέριξ χώροι, ακολουθώντας αυτό το everything goes πνεύμα.

Δεν είμαι εγώ αυτός που θα βρει τον τρόπο να εφαρμοστεί και να εξασφαλιστεί η στοιχειώδης νομιμότητα. Ξέρω όμως, ότι για να γίνει χρειάζεται ένα μίνιμουμ βούλησης και αποφασιστικότητας των αρμοδίων αρχών και σίγουρα όχι ευχολόγια ή ευγενικά καλέσματα για τσάι. Ξέρω επίσης ότι οι ακραίες καταστάσεις αργά ή γρήγορα θα απαιτήσουν ακραία μέτρα. Κι από ακρότητες τα τελευταία δύο (και βάλε) χρόνια έχουμε χορτάσει. Και δεν είμαι καθόλου σίγουρος για τις ήδη μειωμένες αντοχές μιας κοινωνίας που έχει γαλουχηθεί είτε, με την ολική αδιαφορία, είτε με τη χρήση αντιαρματικού ως εντομοαπωθητικού.

 

Ο Παλαιοπασόκος

Advertisements