ΦΙΛΕΝΤΕΜ, ΦΙΛΕΝΤΕΜ, ΦΙΛΕLEFT!

13227471_10209153813820283_35053509384252822_o

 

Οι τελευταίες εβδομάδες είχαν μια σειρά από σημαντικών πολιτικών γεγονότων, σε βαθμό που, κάθε άλλο παρά πλήξαμε. Εκλογή Τραμπ, επίσκεψη Ομπάμα, εσωκομματική επικράτηση Φιγιόν στη Γαλλία, θάνατος Κάστρο, ο μπαξές είχε απ’ όλα. Κάθε ένα από αυτά τα τέσσερα αυτά γεγονότα προκάλεσε ένα κύμα συζητήσεων, εντάσεων, αρθρογραφίας κλπ.

Θα έλεγε φυσικά κανείς πως είναι μάλλον δύσκολο να συνδεθούν αυτά τα τέσσερα γεγονότα μεταξύ τους αλλά να που συνέχονται όλα με κάποιον τρόπο γιατί ανακαλύπτει κανείς τον κοινό τρόπο που αυτά προσεγγίζονται από εκείνους που ανήκουν σε ό,τι σχηματικά αποκαλούμε φιλεleft μέχρι εκείνους που αγαπούν να ταλαιπωρούν και να ταλαιπωρούνται με την Κεντροαριστερά.

Ας ξεκινήσουμε από την εκλογή Τραμπ. Για αυτήν τη συγκεκριμένη αλλά παράλληλα ιδιαίτερα ζωηρή ομάδα που προαναφέραμε, η νίκη Τραμπ αξιολογείται είτε σαν ένα πισωγύρισμα σε αρτηριοσκληρωτικές θέσεις της συντήρησης του αμερικανικού λαού, του ίδιου λαού που επί οκτώ χρόνια κυβερνήθηκε από τον πρώτο έγχρωμο στην Ιστορία του πρόεδρο είτε σαν –το διαβάσαμε κι αυτό!- επιστροφή στον εγγενή μισογυνισμό και φαλλοκρατισμό των –Δημοκρατικών, έχει σημασία- ψηφοφόρων που δεν επέτρεψαν την ανάδειξη της Χίλαρι στην προεδρία των ΗΠΑ, κι ας θεωρείτο η συγκεκριμένη πολιτικός από την πλειονότητα των πανεπιστημιακών πχ των ΗΠΑ, κατά παράδοση ψηφοφόρων του Δημοκρατικού κόμματος, ως, αν μη τι άλλο, υποψηφιότητα κατάλληλη για τα 90s κι όχι για το 2016 κι ας μην ενέπνεε κι ας ήταν τελικά ακόμη κι απέναντι σε έναν δισεκατομμυριούχο όπως ο Τράμπ η καθαυτό «συστημική» υποψηφιότητα επιτρέποντας σε έναν μεγιστάνα να το παίξει, άνετα, αντισυστημικός. Κι όταν αυτές οι, στο πόδι ερμηνείες, τελείωσαν, άρχισε η συζήτηση σχετικά με το πόσο παραπάνω ψήφους πήρε η Χίλαρι Κλίντον αλλά, «ας όψεται το σύστημα με τις Πολιτείες και τους εκλέκτορες» που δεν της χάρισε τελικά τη νίκη, όμοια με εκείνη την αστεία δικαιολογία των σχολικών εγχειριδίων που τόνιζε εμφατικά πως ο Ελευθέριος Βενιζέλος πήρε περισσότερες ψήφους από την Ηνωμένη Αντιπολίτευση στις μοιραίες εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 αλλά ξεχνούσε να μιλήσει και για την εκτεταμένη νοθεία που έλαβε χώρα στα εκλογικά κέντρα όπου ψήφιζαν οι στρατιωτικοί στη Μικρά Ασία.

Στη δε επίσκεψη Ομπάμα, διαβάσαμε τη διακαή επιθυμία κάποιων να κρεμαστούν από τις ρόδες του αεροπλάνου του δημοφιλούς προέδρου και παράλληλα την έκστασή τους για την εμπνευσμένη και μεστή πολιτικού νοήματος ομιλία του πρώην Αμερικανού Προέδρου στο Ίδρυμα Νιάρχου. Φυσικά, παρά το γεγονός ότι ο Μπαράκ Ομπάμα κυβέρνησε επί οκτώ έτη, επί των ημερών οι ταραχές των μαύρων και η αστυνομική βία ήταν μεγαλύτερη από τον καιρό του Νίξον κι επίσης οι μέρες της Αραβικής Άνοιξης και αλλά και της σύγκρουσης με τη Ρωσία για την Κριμαία, σε ένα καβγά φαλακρών για τσατσάρα, όπως θα έλεγε κι ο Μπόρχες, δεν υπήρξε καμία κριτική προς το πρόσωπό του και τη θητεία του. Ειλικρινά, είναι να απορεί κανείς πώς είναι δυνατόν ο καλύτερος –κατά τη γνώμη της κάστας που προαναφέρθηκε- Πρόεδρος των ΗΠΑ, παραδίδει τη σκυτάλη σε ένα νούμερο όπως ο Τραμπ, και δεν φέρει ο ίδιος καμία ευθύνη αν και κυβέρνησε επί δεκαετία, παραμένει ανεξήγητο.

Πώς εθεάθη η επικράτηση Φιγιόν; Ω, εδώ τα πράγματα είναι σχεδόν διασκεδαστικά. Μερίδα δημοσιογράφων, παρουσιάζοντας θέσεις του δεξιού πολιτικού σχεδόν τον ταύτισε με τη Λεπέν, δίνοντας νέο νόημα στο σύνθημα της ελληνικής πολιτικής ζωής της δεκαετίας του 1950, «τί Πλαστήρας, τί Παπάγος» εστιάζοντας σε –άκουσον άκουσον- θέσεις του Φιγιόν σύμφωνα με τις οποίες κάθε παράβαση του νόμου θα πρέπει να τιμωρείται, οι τζιχαντιστές είναι τρομοκράτες και ότι το γαλλικό δημόσιο ασθμαίνει να πληρώνει υπεράριθμους υπαλλήλους. Άλλοι πάλι, είδαν πως με τυχόν επικράτηση Φιγιόν τελειώνει η Γαλλία «τους», κατανοώντας από πολιτική λίγο λιγότερα από όσα κατανοεί ένα εκπαιδευμένο μαλτεζάκι.

Τέλος, σχολιάζοντας το θάνατο Κάστρο, μάθαμε πως η ελευθερία και η δημοκρατία τελικά δεν είναι για όλους και η ερμηνεία του γιατί στη Λατινική Αμερική δεν ευδοκιμούν οι αστικού τύπου δημοκρατίες μπορεί να λειτουργήσει και δικαιολογώντας τελικά το φαινόμενο, αν φυσικά μιλάμε για καθεστώτα με αριστερό πρόσημο και εξ ορισμού «αγαθές προθέσεις». Μάθαμε ακόμη πως τα καλά νοσοκομεία και τα καλά σχολεία* δικαιολογούν τους πλείστους όσους περιορισμούς ατομικών ελευθεριών και διώξεων αντιφρονούντων ενώ ακόμη και διαπρύσιοι υπερασπιστές των Gay Pride δεν είδαν ούτε άκουσαν για τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως του ηγέτη που σκοπό είχαν να «φτιάξουν άντρες» όσους ήταν ομοφυλόφιλοι.

Γίνεται λοιπόν αντιληπτό στον αναγνώστη ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο και σαφές ιδεολογικό πρίσμα και όχι, αυτό δεν είναι εκείνο της σοσιαλδημοκρατίας ή του σοσιαλφιλελευθερισμού. Στο βαθμό που μιλάμε για συγκροτημένες πολιτικές αντιλήψεις και πολιτική φιλοσοφία, ο άξονας που ενώνει αυτές τις προσεγγίσεις σε αυτά τα τέσσερα γεγονότα που εκθέσαμε, δεν θα μπορούσε να υφίσταται. Τότε;

Μα είναι απλό. Μπορείς πάντα να βγάλεις τον ΚΝιτη (ή το Ρηγά, μικρές οι διαφορές) από την ΚΝΕ ή το Ρήγα αλλά δεν θα βγάλεις ποτέ την ΚΝΕ ή του Ρήγα από τον ΚΝιτη ή το Ρηγά. Στις περισσότερες περιπτώσεις –γιατί, ευτυχώς, υπάρχουν και αρκετές και σημαντικές εξαιρέσεις- δεν έχουμε να κάνουμε με κάποια ιδεολογική μεταστροφή προς την ανοικτή κοινωνία, το φιλελευθερισμό και τις αξίες της αστικής δημοκρατίας αλλά μια αναγκαστική προσγείωση που σημειώθηκε για τους περισσότερους μετά το τέλος των κομμουνιστικών/σοσιαλιστικών τους ονειρώξεων. Και σε κανέναν δεν αρέσει ενώ κοιμάται στα σύννεφα να ξυπνά στη λάσπη.
Αλλά τουλάχιστον, «τον ήλιο, το τσίπουρο» και την προσφώνηση «συντρόφισσες και σύντροφοι», δεν θα μας την πάρουν. Είναι κι αυτό μια παρηγοριά.

*δεχόμαστε ότι είναι έτσι για την οικονομία της κουβέντας και μόνο.

Ο Επίμονος Δεξιός.

Advertisements