Θεοκρατία, αντικληρικαλισμός και νύξεις πολιτικής θεολογίας. (Μα τελικά, ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;)

13227471_10209153813820283_35053509384252822_o

 

«Μα τελικά, ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;» αναρωτιέται ο κάθε αντικληρικαλιστής, όταν ακούει δηλώσεις ή συνεντεύξεις του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου κ. Ιερωνύμου. Η συνέχεια είναι γνωστή σε όλους. Ξεκινά από την άποψη ότι η Εκκλησία δε νομιμοποιείται να εκφέρει δημόσια άποψη και φτάνει στα γνωστά άκρα περί θεοκρατίας στην Ελλάδα.

Η αγωνία των αντικληρικαλιστών θα ήταν απόλυτα κατανοητή, αν προηγουμένως και οι ίδιοι είχαν ενδιαφερθεί να ανοίξουν ένα λεξικό για τη σημασία του όρου «θεοκρατία», και στη συνέχεια αν είχαν διαβάσει λίγα πράγματα τόσο για τη θεσμική θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος, όσο και τη σχέση της με το Κράτος, όπως αυτές οι δύο διαμορφώνονται από το ίδιο το Σύνταγμα.

Στη θεοκρατία λοιπόν, η θρησκευτική και η κοσμική εξουσία ταυτίζονται. Ο θρησκευτικός εκπρόσωπος είναι ταυτοχρόνως και πολιτικός ηγέτης. Θεοκρατία υπάρχει για παράδειγμα στο Ιράν από το έτος 1979, μετά την Ισλαμική Επανάσταση που έφερε στην εξουσία τον Αγιατολάχ Χομεϊνί. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει θεοκρατικό πολίτευμα λοιπόν, αλλά και δεν πρόκειται να μεθοδευτεί ποτέ μία τέτοια πολιτική εκ μέρους της Εκκλησίας, εφόσον η ταύτιση των δύο εξουσιών παραβιάζει κατάφορα την ίδια την πολιτική θεολογία της Ορθοδοξίας που διαχωρίζει τις δύο αρχές.

Υπό αυτήν την προϋπόθεση, διαμορφώνεται και η σχέση της Εκκλησίας με το Κράτος από το Ελληνικό Σύνταγμα, που πηγάζει από την αναγνώριση της θεσμικής θέσης της Εκκλησίας της Ελλάδος ως πολιτειακού εταίρου. Η σχέση τους καθίσταται αντιληπτή ως συνεργασία μεταξύ των δύο θεσμών (συναλληλία, κατά τη θεολογική ορολογία), με διαχωριστικές γραμμές τα ζητήματα που ανάγονται αμιγώς στη δικαιοδοσία είτε του Κράτους είτε της Εκκλησίας.

Ο παραπάνω καθορισμός φυσικά δεν έχει σώσει τις δύο αρχές από τις παθογένειες που κατά καιρούς εκδηλώνονται στο δημόσιο βίο αυτής της χώρας. Παθογένειες που προέρχονται αφενός μεν από την ασυνεπή στάση που διατηρεί το Κράτος απέναντι στην Εκκλησία. Ασυνεπή από τη στιγμή που ενώ την αντιμετωπίζει εχθρικά, εν τούτοις δεν αποφασίζει ποτέ να προχωρήσει σε ένα διαχωρισμό της σχέσης τους. Αφετέρου δε από την λανθασμένη τακτική εκπροσώπων της Εκκλησίας να αρθρώσουν ακραιφνή πολιτικό λόγο, υπερβαίνοντας τα όρια της επέμβασης που τους εξασφαλίζει το Μυστήριο της Ιερωσύνης.

Επομένως με λόγια απλά και κατανοητά, η Εκκλησία της Ελλάδος δεν κυβερνά αυτόν τον τόπο. Αυτή η παράμετρος ωστόσο, δεν της αφαιρεί τόσο το δικαίωμα, όσο και τη συνταγματική κατοχύρωση στην άρθρωση δημοσίου λόγου, όταν θεωρεί είτε ότι παραβιάζονται τα όρια της δικαιοδοσίας της, είτε ότι βάλλεται το ποίμνιό της. Από τη στιγμή που η Εκκλησία καθορίζεται ως θεσμός μέσα στην ελληνική επικράτεια, ο λόγος της νομιμοποιείται, εφόσον δεν παραβαίνει τα όρια της δικαιοδοσίας της.

Αυτήν την πραγματικότητα αρνούνται να αναγνωρίσουν οι αντικληρικαλιστές που ξεσηκώθηκαν πάλι με τη συνέντευξη του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου κ. Ιερωνύμου.

Στο διανοητικό οικοδόμημα που έχουν χτίσει, η άποψη της Εκκλησίας δεν έχει καμία θέση. Αν μάλιστα δε συμφωνεί με την κοσμική εξουσία, τότε θα έπρεπε να σωπαίνει εντελώς. Ακόμη όμως και αν δεν είχε θεσμική κατοχύρωση η Εκκλησία, θα έπρεπε να παραμένει ενεργή. Γιατί; Διότι από τη στιγμή που το ποίμνιό της αποτελεί μέρος των πολιτών που ζουν σε αυτήν τη χώρα, οποιαδήποτε πολιτική απόφαση άπτεται ζητημάτων που την αγγίζουν ως σύνολο πιστών και κλήρου, οφείλει να μπαίνει στη σφαίρα της κριτικής της. Σαφώς και έχει δικαίωμα η Εκκλησία να τοποθετηθεί π.χ. για το μάθημα των Θρησκευτικών, αλλά και να κρίνει τον Υπουργό Παιδείας για τις ανακόλουθες δηλώσεις και ενέργειές του. Το παράτυπο θα ήταν να τοποθετηθεί για το μάθημα της Βιολογίας ή των Μαθηματικών.

Παρά ταύτα, είναι συγκινητική η προσπάθεια των αντικληρικαλιστών να εκκοσμικεύσουν το Κράτος και να αποβάλουν την αναχρονιστική και απολιθωμένη Εκκλησία από το χάρτη της δημόσιας επιρροής. Δυστυχώς όμως γι αυτούς, κύριο πρόσκομμα για την εγκαθίδρυση της ποθούμενης laïcité, αποτελεί η κωλυσιεργία του ίδιου του Κράτους. Οπότε κακώς βάλλουν κατά της Εκκλησίας, των επεμβάσεων και των απόψεών της. Το μένος τους θα έπρεπε να στραφεί προς τους κυβερνώντες που αντιμετωπίζουν τη σχέση τους με την Εκκλησία διαχρονικά με τρόπο καιροσκοπικό.

 

Αλεξίας Χατζή, Δρος Θεολογίας.

Advertisements