Τρεις άνθρωποι, ένας εμφύλιος

13227471_10209153813820283_35053509384252822_o

 

Αυτή την Κυριακή, διαβάζοντας την εφημερίδα, μου αποτυπώθηκαν τρία διαφορετικά άρθρα. Τρεις διαφορετικές ιστορίες, που όμως είχαν μια κοινή αναφορά. Τρεις διαφορετικοί άνθρωποι (μια πρόσφυγας από το Ιράκ, ένας Πορτογάλος συγγραφέας και μια πρώην ηγέτης του ΚΚΕ) και ο εμφύλιος πόλεμος, μέσα από τα δικά τους μάτια.

Η κα Μπούσρα είναι μια 45χρονη ιατρός, πρόσφυγας από το Ιράκ (Βαγδάτη), η οποία σήμερα ζει φιλοξενούμενη στην πατρίδα μας μέχρι οι αρμόδιοι (ελληνικοί και ευρωπαϊκοί) φορείς να αποφασίσουν για το μέλλον της. Με μια σύντομη διήγησή της, η κα Μπούσρα, μας δείχνει τη φρίκη δύο βαρβαροτήτων. Των προσφυγικών δρόμων και του εμφυλίου πολέμου που διεξάγεται στη χώρα της και είναι η αιτία της κατάστασης που βρίσκεται σήμερα αυτή και πολλοί άλλοι συμπατριώτες της.

Η οικογένειά της, μας λέει, είχε φύγει από το 2004 για τη Βρετανία και η ίδια, αν και είχε απειληθεί η ζωή της, παρέμενε στη χώρα γιατί το θεωρούσε καθήκον να βοηθήσει. Αυτό, μέχρι τη στιγμή που απειλήθηκε και η ζωή των τριών της παιδιών. Τότε, πήρε την απόφαση να φύγει ακολουθώντας τα προσφυγικά μονοπάτια. «Ποτέ δεν περίμενα ότι θα βρεθώ σε αυτή τη θέση. Είχα την καριέρα μου, πτυχίο, μεταπτυχιακό, πληρωνόμουν πολύ καλά, μια οικογένεια ευκατάστατη, ένα ωραίο σπίτι. Και τώρα είμαι εδώ, χωρίς καθόλου χρήματα και δουλειά. Είμαι εδώ για να σας δείξω ότι στη θέση αυτή μπορεί να βρεθεί ο καθένας μας».

Πέρα από τη σκληρότητα των εικόνων κατά τη διάρκεια της διαδρομής μέχρι την πολυπόθητη ελευθερία (την προσφυγική ζωή και την εκμετάλλευση των διακινητών), ενδεικτική είναι και η περιγραφή της κας Μπούσρα για την καθημερινότητα στη χώρα της «Αυτό που ονομάζεται ISIS στη χώρα μου δεν είναι οι μαχητές με τα όπλα, τα πυκνά μαλλιά και τις γενειάδες που βλέπουμε. Είναι μια μαφία εκλεγμένη στο Κοινοβούλιο. Δεν ξέρεις ποιος είναι ο διπλανός σου, αυτός που μιλάς κάθε μέρα».

 Ο κ. Ταβάρες είναι ένας πορτογάλος συγγραφέας, ο οποίος στα βιβλία του ασχολείται με τη «μηχανή του Κακού». Μια κακία, όπως λέει, που δεν έχει κάποιον σκοπό, μια μηχανή χωρίς αιτία. Την επίθεση στη Νίκαια της Γαλλίας περιγράφει ως «μια μηχανή χωρίς αιτία, που λειτουργεί, απλά, επειδή μπορεί να λειτουργήσει. Και αυτό είναι που προκαλεί τρόπο για αυτό το είδος της κακίας».

Κατάλαβε αυτό το πέρασμα της ψυχής κάποιου στην «άλλη πλευρά», να γίνει δηλαδή μια «μηχανή του Κακού» κατά την επίσκεψή του στη Σερβία και την Κροατία, μετά το τέλος του εκεί εμφυλίου πολέμου. Οι άνθρωποι στις χώρες αυτές του διηγούνταν πως «μέσα σε τρεις μήνες από εκεί που συναντιούνταν σε λογοτεχνικά σαλόνια, βρέθηκαν να πυροβολούν ο ένας τον άλλον. Ο ένας τη μητέρα του άλλου… Μια κοινωνία που είναι σαν τη δική μας εκβαρβαρίστηκε μέσα σε τρεις μήνες».

Παρόλο όμως που βλέπει πως οι άνθρωποι, λόγω μιας ψυχικής τρέλας, είμαστε ικανοί για το κακό, συνάμα ελπίζει. Εφόσον μπορούμε να δούμε το κακό, αυτό σημαίνει πως «μπορούμε και να το ελέγξουμε και να το εμποδίσουμε».

Η κα Αλέκα Παπαρήγα είναι σε όλους μας γνωστή. Πρώην γενική γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας και νυν βουλευτής. Πρόσφατα, μίλησε ενώπιον κομματικού ακροατηρίου τιμώντας (!) τα 70 χρόνια από την ίδρυσή του Δημοκρατικού Στρατού.

Μια παρένθεση εδώ. Όσοι έχουν δει την ταινία «Ψυχή Βαθιά», γνωρίζουν πως ο Π. Βούλγαρης  παρουσιάζει τον εμφύλιο πόλεμο ως έναν αδελφοκτόνο πόλεμο, εικόνα που πολλοί έλληνες έχουν για την εποχή αυτή. Χαρακτηριστική είναι η φράση του Θ. Βέγγου στην ταινία «Ντροπή! Έλληνες να τουφεκάνε Έλληνες!».

Για την κα Παπαρήγα όμως (φαντάζομαι και όλο το κόμμα και τους ακολούθους του), ο εμφύλιος δεν ήταν ένας αδελφοκτόνος πόλεμος. Αυτό είναι «μια προπαγάνδα που γίνεται. Αναφέρουν τον αγώνα του ΔΣΕ, “ένας πόλεμος που δεν πρέπει να ξαναγίνει γιατί αδελφός σκοτώνει αδελφό”, δεν ήταν τέτοιος… Αυτά τα περί αδελφοκτόνων πολέμων είναι ανοησίες». Ήταν «ταξική πάλη» ενός λαού που «δεν δέχθηκε να υποταχθεί στη νέα σκλαβιά και τους εκμεταλλευτές του».

Προσοχή, η κα Παπαρήγα στο λόγο της δεν διαψεύδει πως αδελφός σκότωνε αδελφό, ο ένας τη μητέρα του άλλου που θα έλεγε και ο κ. Ταβάρες, αλλά μάλλον της είναι αδιάφορα αυτά μπροστά στον απώτερο σκοπό, τον «αγώνα». Είναι το μεγάλο πρόβλημα της «κοινοτοπίας του Κακού» της Χάνα Άρεντ. Πως άνθρωποι της διπλανής πόρτας, περνάνε από τη μια μεριά στην άλλη και αρνούμενοι την λογική τους κρίση και την ατομικότητά τους είναι ικανοί για τα μεγαλύτερα εγκλήματα. Ικανοί να περάσουν σε μια «ρουτίνα βίας» υπηρετώντας πιστά μια θεωρία, μια ιδεολογία που μέσα από αυτή (μόνο) υπάρχουν.

Το ακόμα πιο ενδιαφέρον από την ομιλία της κας Παπαρήγα είναι πως σήμερα, 70 χρόνια μετά, πιστεύει ακόμα πως ο αδελφοκτόνος πόλεμος σωστά έγινε «σωστά επιλέχθηκε η ένοπλη πάλη». «Η ένοπλη ταξική πάλη, ο ένοπλος εμφύλιος, είναι αναπόσπαστο και αναπόφευκτο στοιχείο, σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, για την πάλη και την εξουσία» και μετά απορούμε για τα καδρόνια, τις κρεμάλες στις πλατείες, το κάψιμο της Αθήνας, τους νεκρούς της Marfin, τον Φύσσα, τους δύο δολοφονημένους νεαρούς έξω από τα γραφεία της χρυσής αυγής.

Οι τρεις παραπάνω ιστορίες είναι χαρακτηριστικές. Μια γυναίκα που βίωσε τον εμφύλιο και διηγείται τη δυστυχία που αυτός φέρνει σε μια χώρα, προσφυγιά, φτώχεια, θάνατο, μαφίες, συνυπάρχεις με ανθρώπους που  «δεν ξέρεις ποιος είναι ο διπλανός σου, αυτός που μιλάς κάθε μέρα». Ένας άνδρας που μπορεί να αντιληφθεί πόσο εύκολο είναι να περάσει κάποιος στην «άλλη πλευρά», του εκβαρβαρισμού, «να σκοτώνει ο ένας τη μητέρα του άλλου» .

Η «άλλη πλευρά».

 

Το Ζιζάνιο

Advertisements