Πραξικόπημα Ερντογάν ή η συνωμοσία ως πανάκεια

13227471_10209153813820283_35053509384252822_o

 

Με αφορμή μία, αρκετά διαδεδομένη και σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, εκδοχή που θέλει τον Recep Tayyip Erdoğan υποκινητή του στρατιωτικού πραξικοπήματος που έλαβε χώρα στην Τουρκία με σκοπό να τον ανατρέψει (επίτηδες η πρόταση σε αυτή τη σύνταξη) πριν από λίγα 24ωρα, κρίνω σκόπιμο ένα δύσκολο, ομολογουμένως, εγχείρημα: αφενός να συγκεντρώσω, στο μέτρο του δυνατού, εκείνα τα χαρακτηριστικά και τις αντιφάσεις που συγκροτούν την κοσμοθέαση αλλά και την ψυχοσύνθεση του homo adversus pactumus (ήτοι, του αντι-μνημονιακού, ως εκείνου του κρίκου που συνδέει στη χώρα μας εκ διαμέτρου αντίθετους μεταξύ τους πολιτικούς χώρους). Αφετέρου να υπενθυμίσω ορισμένες βασικές αρχές, βασικές γιατί τις επιβεβαιώνει η πολιτιστική διαδρομή του δυτικού κόσμου μέσα στους αιώνες. Εξίσου βασικές γιατί το χρονικό διάνυσμα μας δίνει την πολυτέλεια να τις θεωρούμε δεδομένες.

Προσπερνώ την, φύσει και θέσει (ή μήπως όχι…;) εγγενή αντίφαση του να ανήκει κάποιος στο χώρο της αριστεράς στην Ελλάδα και να προκρίνει, εμμέσως πλην σαφώς, το στρατιωτικό πραξικόπημα ενάντια στην τουρκική κυβέρνηση με το αιτιολογικό ότι είναι αυτή που είναι. Ακόμη περισσότερο, προσπερνώ την ανοχή μεγάλου μέρους του λεγόμενου μεταρρυθμιστικού χώρου απέναντι σε μια στρατιωτική κίνηση που στρέφεται ενάντια στο πολίτευμα προκειμένου να ανατραπεί η φαυλότητα της (εκλεγμένης) κυβέρνησης. Τουτέστιν, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, αλλά με μειλίχεια, αστική επένδυση. Αφήνω εντελώς στην άκρη τις ζητωκραυγές της ακροδεξιάς. Υπάρχει ακόμη ένα μεγάλο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού που βρίσκεται εν ζωή και έχει εναργή μνήμη του τρόπου με τον οποίο ένα στρατιωτικό πραξικόπημα μεταφράζεται σε πραγματικά δεδομένα. Αυτό που αξίζει να ανιχνεύσουμε είναι μία ακόμη, εξίσου εγγενής, αλλά αρκετά βαθύτερη, αντίφαση: εκείνη που από τη μία προκρίνει το δημοψήφισμα ως την κορωνίδα της λαϊκής βούλησης και από την άλλη, παραβλέποντας την κινητοποίηση των Τούρκων που έσπευσαν να υπερασπιστούν το (με τους γνωστούς τρόπους, σύμφωνοι) κεκτημένο της πολιτικής επιλογής (έστω και νοθευμένης) της πλειοψηφίας του εκλογικού τους σώματος (προπηλακίζοντας βάναυσα, ακόμα και σκοτώνοντας, τους στρατιωτικούς που εκτελούσαν τις διαταγές των πραξικοπηματιών), αναζητά μία συνωμοσιολογικού τύπου ερμηνεία η οποία εκτείνεται γενικώς και αορίστως, εις το διηνεκές.

Δεν είναι φρέσκο φρούτο η συνωμοσιολογία στη χώρα μας. Από τις πιο γραφικές και κωμικές εκδοχές της με μεταμεσονύκτιες εκπομπές και διανομές βιβλίων για εξωγήινους και τα πρωτόκολλα των σοφών της Σιών, Μεσσίες Απολλώνιας όψης και ελληνικής γεωμετρικής αρτιότητας στις μπούκλες της κόμης μέχρι τις κατηγορίες αθώων ως πρακτόρων ιμπεριαλιστικών συμφερόντων στα ολοκληρωτικά καθεστώτα του Σιδηρούντος Παραπετάσματος ή την καθ’ ημάς προβοκάτσια των βοθροκάναλων της διαπλοκής που υπομονομεύει την κυβέρνηση, ο δρόμος είναι τεθλασμένος και δύσβατος, η πορεία ωστόσο είναι κοινή: η εσωστρέφεια και ο ολοκληρωτισμός, στην ελαφρά ή την βαριά εκδοχή του, είτε ως mentality είτε ως θεσμός, πάντοτε καταλήγουν στην απόδοση ευθυνών στον «άλλο». Όπου «άλλος», συμπληρώνουμε κατά το δοκούν, χωρίς να είναι πάντοτε απαραίτητη η πραγματική του υπόσταση. Αν στα παραπάνω προσθέσουμε τον ελληνικό αλυτρωτισμό και το φάντασμα της Μεγάλης Ιδέας που, ας το παραδεχτούμε, δεν το ξορκίσαμε ποτέ, και διεγείρουμε το μείγμα με ολίγη από καφενειακή παντογνωσία και αέρα επανάστασης ενάντια στους ξένους τοκογλύφους (άσχετα αν αυτοί, σαράντα χρόνια τώρα, δανείζουν αφειδώς τρέφοντας αυτά ακριβώς τα καφενεία), είναι εύκολο να παραβλέψουμε ότι, δικαστές και στρατιωτικοί, πολίτες καριέρας και ενεργό κομμάτι του τουρκικού αστικού ιστού, θα έπαιζαν, σε συμφωνία μάλιστα με την κυβέρνηση, τις καριέρες και τις ζωές τους κορώνα γράμματα για να συμμετάσχουν, χωρίς συνέπειες για τους ίδιους, σε μία φάρσα. Αφήνω κατά μέρος και την ψευδαίσθηση που τρέφει η ελπίδα για μία περισσότερο εξορθολογισμένη (σύμφωνα με το δικό μας πάντοτε κριτήριο) και δημοκρατικότερη Τουρκία (στρατιωτικό πραξικόπημα, ξαναγράφω) και μεταβαίνω στο δεύτερο σκέλος.

Η πορεία της Δύσης μέσα στο χρόνο ουδέποτε υπήρξε χωρίς κόστος, μικρότερο ή μεγαλύτερο. Τα αιματηρά παραδείγματα της επέμβασής της, από τους Ισπανούς κονκισταδόρ μέχρι τη σημερινή Μέση Ανατολή και από την Ιερά Εξέταση, το Μοντσεγκύρ και τις πυρές του Σάλεμ μέχρι το κάψιμο βιβλίων στη ναζιστική Γερμανία, η πορεία του κόσμου μας προς τον ορθολογισμό υπήρξε πάντοτε δύσβατη, ακανθώδης και, πολύ συχνά, με βαρύ τίμημα για σύγχρονους και μεταγενέστερους. Τη στιγμή που μιλάμε, η Γηραιά Ήπειρος, φτωχότερη και λιγότερο κραταιή από άλλοτε, παλεύει, τόσο με τους άλλους, όσο και με τον εαυτό της, προσπαθώντας να κρατήσει όσα τόσο δύσκολα κατέκτησε: τον ορθολογισμό, τη δημοκρατία, την ευμάρεια σε ύλη και πνεύμα. Ποιο όμως είναι εκείνο το δυτικό πνεύμα που, από τη μία κατακρίνει τη Δύση για τα αναμφίβολα λάθη της και ταυτόχρονα, με βάση τις δυτικές προσλαμβάνουσες, κρίνει ως φαύλο ένα λαό με εντελώς διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο; Ποια είναι η πνευματική οξύνοια που επιλέγει να αγνοεί κατά το δοκούν τα λάθη του παλαιού κόσμου, αλλά, με βάση τις κατακτήσεις του, στέκεται αφ’ υψηλού απέναντι στον «άλλο»; Είναι εν τέλει ο ορθολογισμός του δυτικού κόσμου επιλεκτικός; Τα προνόμια και οι κατακτήσεις του απομονώνονται από τα λάθη του χάριν μίας καθ’ ημάς ερμηνείας όσων βρίσκονται έξω από τον άξονα επιρροής του; Και, όταν αυτά δεν συμφωνούν με αυτόν ακριβώς τον ορθολογισμό, βάζουμε τα πάντα στο ζύγι, εν προκειμένω τη βίαιη ανατροπή ενός πολιτεύματος (που δεν είναι τέλειο) με στρατιωτικά μέσα, επειδή αυτό το πολίτευμα δεν ταιριάζει με τη δική μας ερμηνεία;

Ή μήπως τελικά, ανίκανοι να διαδραματίσουμε το ρόλο ενός σημαντικού ιστορικού υποκειμένου, ζητιανεύουμε λεφτά για να μην φαληρίσει το «Καφενείον ‘Η Ελλάς’»;

ΥΓ. Και κάτι ακόμα, στο πνεύμα του Ρωμαίου Κάτωνα. Εξακολουθώ να φρονώ ότι συναίνεση με τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ουδέποτε θα πρέπει να επιτραπεί.

 

Ο Παλαιοπασόκος

Advertisements