Η καραμέλα της ακροδεξιάς

13227471_10209153813820283_35053509384252822_o

 

«Το κίνημα των ‪#‎παραιτηθείτε‬ είναι οργανωμένο από την ακροδεξιά», «ο Αντώνης Σαμαράς εκπροσωπεί την ακροδεξιά», «ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι πραγματική Αριστερά αλλά μια έκφανση της ακροδεξιάς», «η πολιτική που ακολουθεί ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια νεοφιλελεύθερη συνταγή με ολίγη ακροδεξιά».

Αλήθεια, πόσα τέτοια έχουμε κατά καιρούς διαβάσει, ακούσει ή πει και γράψει κάποιοι είτε από την πλευρά των τσιρκολάνων που μας κυβερνούν, (με κορυφαία τη σχετική αναφορά του Πάνου του καμμένου –πάντα με μικρό κάππα- όταν είχε χαρακτηρίσει ακροδεξιό τον Άδωνι, αν θυμάμαι καλά) είτε και από την αποδώ πλευρά, ιδίως οι εκ της Αριστεράς προερχόμενοι, που στην αμηχανία τους για τα όσα ωραία και εξόχως δημοκρατικά πράττει η κυβέρνηση του ηθικού πλεονεκτήματος, συχνά αποφαίνονται ότι «αυτό δεν είναι Αριστερά»;

Από τη μεταπολίτευση και μετά, με την πτώση της χούντας, ακολούθησε μια περίοδος που όλες εκείνες οι έννοιες και οι αξίες που η χούντα μαγάρισε, για να μην πω σοδόμισε, απέκτησαν ένα περιεχόμενο εξόχως αρνητικό για το μέσο πολίτη και για την κυρίαρχη μετέπειτα ιδεολογία και γλώσσα. Έτσι, ο στρατιωτικός ήταν «ο καραβανάς», ο αστυνομικός, «ο μπάτσος», η οικογένεια μια ξεπερασμένη έννοια, μικρής σημασίας που ταυτιζόταν με την υποκρισία μεταξύ των σχέσεων, ο πατριωτισμός και η υπερηφάνεια για την πατρίδα ήταν εθνικιστική πομφόλυγα και νοοτροπία που μόνο σε αντιδημοκράτες μπορεί να απαντάται και φυσικά να μη μιλήσουμε για τη θρησκευτική πίστη κλπ.

Έτσι, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, άνθισε η ρετσινιά της ακροδεξιάς η οποία, αντίστοιχα με την κραυγή «εκτός νόμου», τον καιρό της Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας του Ροβεσπιέρου, αρκούσε να αρθρωθεί ή να υπονοηθεί έστω για κάποιον, για να οδηγήσει είτε στο λιντσάρισμά του (φαινόμενο σύνηθες ειδικά τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, κυρίως στα πανεπιστήμια) είτε να απαξιωθεί, και να οδηγηθεί εκτός πλαισίου αφού, ο χαρακτηρισμός και μόνο, ακόμη και πλήρως αναπόδεικτος, ήταν αρκετός.

Κι αφού με την κρίση και το σπάσιμο του αποστήματος διαχύθηκαν ελεύθερα στην ελληνική κοινωνία και πολιτική ζωή όλα εκείνα τα μικρόβια που παρέμεναν εγκλωβισμένα στους μεγάλους πολιτικούς σχηματισμούς της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, κι ενώ θα έπρεπε πλέον να είμαστε σε θέση να καταλαβαίνουμε ότι πχ ο Απόστολος Ανδρεουλάκος ήταν ένας συντηρητικός ακραίος οπωσδήποτε, λαϊκιστής πολιτικός αλλά όχι ακροδεξιός κι αυτό φαίνεται αρκεί να τον βάλεις πλάι πλάι στον βεριτάμπλ ακροδεξιό Δημήτρη (κατά)καμμένο, συνεχίζουμε να μιλάμε περί ακροδεξιάς όπως και πριν.

Εδώ φυσικά, να τονίσουμε ότι δεν έχει σημασία ο χαρακτηρισμός αυτός όταν προέρχεται από τα μέλη αυτής της κυβέρνησης. Πρώτα πρώτα, ο κυβερνητικός εταίρος του πρώτου τη τάξει κόμματος του κυβερνητικού συνασπισμού, είναι η πλέον αυθεντική έκφανση της ακροδεξιάς και θα έπρεπε να διδάσκεται ήδη στις σχολές πολιτικών επιστημών. Κι ακόμα, δεν έχει σημασία όταν οι εκ του ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίζουν τον Άδωνι, το Λοβέρδο ή το Βενιζέλο ακόμη ως ακροδεξιούς γιατί πολύ απλά το κάνουν υπακούοντας στην ανωτέρω λογική: αν ο Βενιζέλος είναι «ακροδεξιός», τί σημασία μπορεί να έχουν οι απόψεις του ή οι θέσεις του; Θα ασχοληθούμε με τον «ακροδεξιό» που συγκυβέρνησε με τον «ακροδεξιό» Σαμαρά και τα όσα λέει για το Σύνταγμα και τις προϋποθέσεις που βάσει αυτού συντρέχουν για την αναθεώρησή του; Αφού είναι «ακροδεξιός» άρα εχθρός της Δημοκρατίας αρκεί που στεκόμαστε απέναντί του για να χαρακτηριστούμε δικαιωματικά, υπέρμαχοί της. Αρκεί να πω «φασίστα» έναν νεοδημοκράτη, μόνο και μόνο για το γεγονός ότι είναι νεοδημοκράτης για να στοιχηθώ αυτομάτως στις δημοκρατικές δυνάμεις. Και φυσικά, αφού είναι «φασίστας», έχω δικαίωμα να τον κάψω στη Marfin, να τον γιαουρτώσω ή να τον ξυλοκοπήσω κι ό,τι άλλο μου καπνίσει, αφού αυτός είναι «φασίστας» κι εγώ φυσικά «δημοκράτης».

Αλλά έλα που, απλουστευτικά σχεδόν, πολλοί από εκείνους που βλέπουν κριτικά έως και απολύτως εχθρικά αυτήν την κυβέρνηση, φαίνεται να υιοθετούν αυτή τη λογική. Δεν πάει πολύς καιρός που αξιόλογος συγγραφέας και αρθρογράφος αναφέρθηκε στο κακό που προξενεί στη χώρα ο ΣΥΡΙΖΑ γιατί ανοίγει το δρόμο στην ακροδεξιά. Όχι δηλαδή γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ λειτουργεί υπονομεύοντας το πλαίσιο της Δημοκρατίας μας, εκχυδαϊζοντάς την, εκμαυλίζοντάς την, ταυτίζοντας Κόμμα με Κράτος και τους οπαδούς του με το Λαό αλλά γιατί «ανοίγει το δρόμο στην ακροδεξιά» Σα να λέμε δηλαδή ότι το μεγαλύτερο κακό που έκανε ο κομμουνισμός στα κράτη του πρώην ανατολικού μπλοκ, δεν ήταν η τυραννία κι η εξαθλίωση που επέβαλλε στους πολίτες του αλλά το ότι με την κατάρρευσή του προέκυψε η δημιουργία ακροδεξιών ή και νεοναζιστικών ακόμη, πολιτικών μορφωμάτων.

Πρόσφατα ελλόγιμος δάσκαλος σεβαστός, κυκλοφόρησε το ενδιαφέρον πόνημά του υπό τον τίτλο «Η Συριζαία Αριστερά ως Νέα Δεξιά». Ομολογώ πως δεν έχω προλάβει ακόμη να το διαβάσω. Αλλά στέκομαι στο προφανές. Γιατί τάχα θα πρέπει η «Συριζαία Αριστερά» έναντι της οποίας στέκει κριτικός ο συγγραφέας να αποτελεί μια άλλη εκδοχή της Δεξιάς; Δεν αρκεί αυτό που είναι και πρέπει να είναι κάτι άλλο γιατί τάχα, «δεν είναι αυτή η Αριστερά»; Και ποιά είναι; Υπάρχει πουθενά στον πλανήτη, σε οποιαδήποτε χρονική περίοδο της Ιστορίας ένα παράδειγμά τέτοιο που να κάνει όσους επιθυμούν να υπερασπιστούν την Αριστερά να μας πουν «ιδού, αυτή είναι η Αριστερά»; Μόνο αποφατικά ορίζεται η Αριστερά; Καταφατικός ορισμός και αντίστοιχο παράδειγμα δεν υπάρχει ή δεν βολεύει την ιδεοληπτική μας αγκύλωση;

Συνοψίζοντας, ας έχουμε υπόψιν ότι ο σκοπός μου πόρρω πάνυ απέχει από το να θέλω να υπερασπιστώ την ακροδεξιά ή να θέλω να την προσδιορίσω με ιδεολογική σαφήνεια για να μη χάσει την καθαρότητά της. Αλλά έχει νομίζω σημασία και νόημα, να προσπαθήσουμε να αποβάλλουμε την νοοτροπία αυτή που κυριάρχησε μεταπολιτευτικά: να λέμε τους ακροδεξιούς ακροδεξιούς, τους κομμουνιστές κομμουνιστές, τους ακροαριστερούς ακροαριστερούς, τους φασίστες φασίστες. Ο κομμουνιστής δεν υποβιβάζεται όταν τον πεις φασίστα. Γιατί απλά, στην πράξη είναι το ίδιο.

Β.Κ. ή κατά κόσμον Σουλεϊμάν αλ Κανουνί.

Advertisements