Κυριάκο, πάρτο αλλιώς, θα βρείς!

1269317_307000492771440_156070194_o

 

Είναι μερικές φορές που η εισαγωγή ή ο πρόλογος ενός κειμένου γνώμης καταλαβαίνεις ότι είναι περιττός και το θέμα σου απαιτεί να μπεις κατευθείαν στο ψητό χωρίς πολλές φιοριτούρες και μισόλογα. Κοντολογίς, Κυριάκο, πάρτο αλλιώς!

Εξαρχής και προσωπικά και ως «Παρατηρητήριο» συνολικά, ήδη από τις εσωκομματικές εκλογές της Νέας Δημοκρατίας, είδαμε με αρκετά μεγάλη συμπάθεια, για να μην πω στηρίξαμε ανοιχτά, τον Κυριάκο Μητσοτάκη για την εκλογή του στην προεδρία του κόμματος. Φυσικά, ο οποιοσδήποτε από τους συνυποψηφίους του, κι αυτός ακόμη ο Πανίκας Ψωμιάδης αν κατέβαινε και εκλεγόταν, θα ήταν προτιμότερος για πρωθυπουργός απ’ ότι ο Αλέξης Τσίπρας, και νομίζω μετά και τον προχθεσινό λογαριασμό που μας έφερε στη Βουλή, αυτό γίνεται σαφές σε όλο και περισσότερους «ελπιδοφόρους» που «αυταπατήθηκαν». Ωστόσο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, για τους περισσότερους αποτελούσε την ιδανική πρόταση, με σαφή πολιτικό λόγο που θα μπορούσε, όχι μόνο διαχειριστικά αλλά –κι εδώ είναι το ζητούμενο- κυρίως πολιτικά και ιδεολογικά να ανατρέψει τη λαϊκιστική κυριαρχία της παλαβής Αριστεράς και της πσεκασμένης ακροδεξιάς που συγκυβερνούν. Έτσι ακριβώς, με τις ίδιες πάνω κάτω ελπίδες, προσήλθε στις κάλπες των εσωκομματικών της Νέας Δημοκρατίας και ένα μεγάλο τμήμα πολιτών που δεν ανήκουν ούτε ανήκαν ποτέ ιδεολογικά σε αυτήν, αλλά με αίσθημα ευθύνης, αναγνώρισαν ότι απέναντι στην καταστροφική λαίλαπα του ΣΥΡΙΖΑ, οι εκλογές που θα αναδείκνυαν τον πρόεδρο του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πιθανότατα επόμενο πρωθυπουργό, σαφώς και τους αφορούν.

Και εκλέγεται ο Κυριάκος. Και ένας άνεμος αισιοδοξίας αρχίζει να πνέει όχι μόνο στους κόλπους της αποχαυνωμένης εδώ και μήνες Κεντροδεξιάς αλλά και γενικότερα στα κόμματα του φιλοευρωπαϊκού μετώπου (ΠΑΣΟΚ και ΠΟΤΑΜΙ) προκαλεί αναταράξεις και συζητήσεις και θετικούς προβληματισμούς.

Στο κόμμα, ουδείς δύναται να τον αμφισβητήσει. Η νίκη του είναι τέτοιας έκτασης και τόσο ξεκάθαρη που ουδείς, ακόμη κι εκείνοι που ενδεχομένως θα το επιθυμούσαν, αδυνατούν να το πράξουν. Δεδομένο είναι φυσικά, πως σαν νεοεκλεγείς πρόεδρος θα πρέπει να τοποθετήσει σε νευραλγικές θέσεις ανθρώπους της άμεσης εμπιστοσύνης του. Αλλά αρκεί αυτό; Σε αντίθεση με όσα μπορεί να πιστεύουν οι εκτός Νέας Δημοκρατίας που μέχρι την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη έβγαζαν φλύκταινες και μόνο στο άκουσμα του ονόματός της χρειάζονται και ισορροπίες και γέφυρες για να μπορέσει αν υφίσταται ένα κόμμα που, καλώς κακώς, αυτή τη στιγμή παραμένει το ισχυρότερο ανάχωμα απέναντι στον Τσίπρα και το τσίρκο του. Με δυο λόγια, όσο κι αν κατανοώ ότι άλλος δεν χωνεύει το Γιακουμάτο , σε άλλον τη σπάει η Άννα Μισέλ ή άλλος εξοργίζεται και μόνο όταν θυμάται τη Σοφία Βούλτεψη, το κόμμα θα συνεχίσει να υπάρχει και με αυτούς, όσο υπάρχει κόσμος και πολίτες που τους εκλέγουν. Τόσο απλά και δημοκρατικά.

Τονίζω το δημοκρατικά γιατί σε δύο περιπτώσεις μέχρι σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν επέδειξε τα απαιτούμενα αντανακλαστικά με αποτέλεσμα που χρεώνεται φυσικά ο ίδιος. Η πρώτη αφορά τα της ΟΝΝΕΔ. Κι εδώ καταλαβαίνω επίσης ότι πολλοί είναι αυτοί που δεν βλέπουν με καλό μάτι την οργάνωση, ειδικά από την εποχή που η Δαπίτισσα που τόσο πολύ γούσταραν έδειξε να περιφρονεί τον έρωτά τους, ωστόσο δεν βλέπω πού η κατάργησή της θα βοηθούσε στη μεταρρύθμιση των δομών και των λειτουργιών του κράτους, ενώ αντίθετα, θεωρώ πως μια αναμόρφωσή της είναι εκτός από αναγκαία και επιβεβλημένη, και απολύτως επιθυμητή και θα μπορούσε να βοηθήσει στο βασικό σκοπό που θα πρέπει να έχει η Νέα Δημοκρατία: την επικράτηση απέναντι στη χρόνια ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χρεώνεται απολύτως και προσωπικά το φιάσκο του συνεδρίου της ΟΝΝΕΔ καθώς και ο διαγραφείς προσωρινός πρόεδρός της ήταν επιλογή του, μετά την παραίτηση Ιωαννίδη, και οι άνθρωποι της εμπιστοσύνης του που ανέλαβαν τις διαδικασίες τον εξέθεσαν ανεπανόρθωτα, αλλά και το κορυφαίο πολιτικό στέλεχος που αναμείχθηκε μαζί με ανθρώπους όχι καλής φήμης, και προσπάθησε να «καθαρίσει» το ζήτημα, ενήργησε έχοντας ενήμερο τον πρόεδρο, κι αν όχι, τότε πάλι ευθύνη του προέδρου είναι που δεν του τράβηξε το αυτί.

Η δεύτερη περίπτωση αφορά το συνέδριο του κόμματος όπου πάλι είχαμε μια άτσαλη προσπάθεια του προέδρου να ελέγξει το κόμμα και την ΠΕ. Είναι κατανοητό πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης, δεν έχει και πρέπει να αποκτήσει το δικό του σύστημα εντός της Νέας Δημοκρατίας. Αλλά γίνεται άγαρμπα και κυρίως από ανθρώπους που χρόνια μεν εντός του κόμματος αλλά περιθωριοποιημένοι και με τη στάμπα του γραφικού, λειτουργούν με τρόπο που κάνει κακό και στον πρόεδρο και στην παράταξη. Και πάλι δε, η προσπάθεια του κορυφαίου πολιτικού στελέχους να ελέγξει –γεγονός που δημιούργησε και κάποια παρατράγουδα- ένα κομμάτι του συνεδρίου δημιουργεί προβλήματα αναφορικά με τη λειτουργία σε τελική ανάλυση του κόμματος.

Και φεύγοντας από τα αυστηρώς εσωκομματικά, πάμε στα υπόλοιπα, που αφορούν και τους περισσότερους πολίτες. Είπαμε πως το μεγάλο στοίχημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη ήταν και είναι να αντιπαρατεθεί με επιτυχία στην ιδεολογική ηγεμονία που έχει επιβάλλει η Αριστερά στη χώρα, κυρίως από τη Μεταπολίτευση και μετά και που σαφώς ευθύνεται για όσα βιώνουμε σήμερα. Η ιδεολογική κυριαρχία της Αριστεράς ήταν αυτή που διέλυσε την εκπαίδευση, από το Δημοτικό μέχρι το Πανεπιστήμιο, η ιδεολογική κυριαρχία της Αριστεράς ήταν που μετέτρεψε τον –θεμιτό- αγώνα των εργαζομένων σε εκβιαστική πρακτική συντεχνιών, η ιδεολογική κυριαρχία της Αριστεράς ήταν αυτή που δαιμονοποίησε το κέρδος και την επιχειρηματικότητα.

Κι ενώ τώρα, και με αφορμή τα νέα μέτρα του νέου, μόνιμου πλέον Μνημονίου, κι ενώ πλέον μπορούμε πραγματικά, όσα θετικά κι αν υπάρχουν στον περιβόητο «κόφτη», να κάνουμε λόγο για εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας, κι ενώ η κυβέρνηση του κυρίου Τσίπρα αποφασίζει το ύψος των πλεονασμάτων που θα πρέπει να επιτύχει η ελληνική κυβέρνηση του 2030, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εγκαλεί στη Βουλή τον Αλέξη Τσίπρα, διότι δεν είναι «βεριτάμπλ» αριστερός αλλά απλώς οπορτουνιστής. Σοβαρά; Δηλαδή η έννοια του αριστερού είναι κάτι θετικό για τον Κυριάκο Μητσοτάκη κι ίσως αυτό που χρειάζεται η χώρα είναι μια κυβέρνηση «πραγματικών» αριστερών; Όπως για παράδειγμα είναι η Ζωή, ο Παναής ή ο Στρατούλης; Είναι δυνατόν ακόμη και σήμερα, αυτό που έχει να καταμαρτυρήσει στον Αλέξη Τσίπρα να είναι η πλημμελής αριστεροσύνη του; Τώρα δεν είναι η στιγμή για να τσακίσει ακριβώς αυτό το μύθο της Αριστεράς, το τάχα ηθικό πλεονέκτημα, να καταδείξει την ιδεολογική της γύμνια και το επαναλαμβανόμενο, σε όποιο σημείο του πλανήτη κι αν εφαρμόστηκε, μοτίβο να συνθλίβει και να καταρρακώνει, ακριβώς λόγω της προκρούστειας αντίληψης για την πραγματικότητα που τη διέπει, αυτούς στο όνομα των οποίων δηλώνει ότι μάχεται; Μα αυτό είναι η Αριστερά. Αυτό ήταν σε κάθε περίπτωση που εφαρμόστηκε. Ανελευθερία, φτώχεια, κιτς, απομονωτισμός. Τη συνέπειά του ΣΥΡΙΖΑ στην αριστερή ιδεοληψία πρέπει τόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όσο και όλα τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας να καταδεικνύουν και τα εξ αυτής προερχόμενα δεινά για τον τόπο κι όχι να τον εγκαλούν «βγαίνοντάς από Αριστερά», σα να μην εμπιστεύονται, σα να μην είναι βέβαιοι για το ιδεολογικό τους οπλοστάσιο.

Είναι δυνατόν απέναντι σε χονδροειδή ψεύδη του Νίκου Φίλη σε πρόσφατη τηλεοπτική εκπομπή και σε ρητορικές ερωτήσεις «είστε με την Ελλάδα ή με τους δανειστές», ο Γιώργος Κουμουτσάκος να λέει, «δε θα σας ακολουθήσω σε αυτό το δρόμο» αντί να σφυροκοπήσει ανελέητα τον άνθρωπο που είχε το απίθανο θράσος να μας πει πόσα μακαρόνια πρέπει να καταναλώνουμε;

Η Νέα Δημοκρατία και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, έτσι θέλησε η Ιστορία, έχουν αυτή τη στιγμή το χρέος να παλέψουν με στρεβλώσεις και σαθρές νοοτροπίες σχεδόν μισού αιώνα. Κατανοούμε ότι αυτό δεν είναι εύκολο, ούτε βέβαιο πως ένας τέτοιος αγώνας θα στεφθεί απαραίτητα με επιτυχία. Μπορεί να λέμε πως στα χρόνια της κρίσης ο λαϊκισμός κυριάρχησε αλλά ας μην ξεχνάμε πως το υπόβαθρό του, ένας συνδυασμός Αριστεράς με κακοχωνεμένο εθνικισμό, υπέβοσκε για χρόνια κι από εκεί είχε να πάρει ο Αλέξης Τσίπρας ώστε να αλώσει τελικά το κράτος. Αυτή τη στιγμή λοιπόν χρειάζεται δυναμισμός, μαχητικότητα και κυρίως βεβαιότητα για την ιδεολογική υπεροχή. Το ζητούμενο πια δεν είναι ούτε ποιος μπορεί να φέρει το καλύτερο Μνημόνιο –σε αυτό νομίζω ο Αλέξης με τον Πάνο, δύσκολα θα βρουν αντίπαλο μιας και κατάφεραν να φέρουν ένα μόνιμο- ούτε όπως, προ κρίσης, ποιός θα είναι ο καλύτερος διαχειριστής.

Πέρασαν οι εποχές αυτές. Σήμερα, αυτό που απαιτεί ο κόσμος, εντός κι εκτός Νέας Δημοκρατίας, που στήριξε τον Κυριάκο Μητσοτάκη, είναι να αρθρώσει νέο πολιτικό λόγο, απαλλαγμένο από τις αγκυλώσεις της Μεταπολίτευσης και την πάγια αριστεροφοβία της Δεξιάς και να δώσει όραμα για μια καλύτερη χώρα, να εμπνεύσει και να ξεσηκώσει. Γι’ αυτό, και τώρα που ακόμη είναι νωρίς, λέμε «Κυριάκο, πάρτο αλλιώς, θα βρείς.

Ο Επίμονος Δεξιός.

Advertisements