Δεν αρέσουμε όλοι σε όλους

12322831_10207802081907830_5678159428733974605_o

 

Θα ξεκινήσω με μια κοινοτοπία: δεν είναι δυνατόν να αρέσουμε όλοι σε όλους. Το γεγονός βεβαίως ότι, συχνά πολλοί, όπως τώρα εγώ, επαναλαμβάνουν μια κοινοτοπία, οφείλεται στο ότι, αν φυσικά δεν είναι ευήθεις, για κάποιο λόγο θεωρούν πως δεν είναι αφομοιωμένη αυτή η κοινοτοπία, δηλαδή το αυτονόητο και το προφανές που δηλοί, δεν είναι για όλους ούτε αυτονόητο, ούτε προφανές.

Κι αφού είπαμε πως, δεν είναι δυνατόν να αρέσουμε όλοι σε όλους, ας πάμε να δούμε και γιατί χρειάζεται εν προκειμένω να επαναλάβει ο γράφων αυτήν την κοινοτοπία. Ήταν γύρω στα μέσα Ιανουαρίου όταν έγραφα πως, παρά την αδιαμφισβήτητη μεγάλη συμμετοχή στην εσωκομματική διαδικασία πολιτών που δεν ανήκαν ούτε ανήκουν στη Νέα Δημοκρατία, εντούτοις, «ο Κυριάκος Μητσοτάκης αυτό που υποσχέθηκε -στον κόσμο της Νέας Δημοκρατίας αρχικά, αυτόν αφορούσαν κυρίως οι εσωκομματικές- είναι να την μετατρέψει σε ένα σύγχρονο, ευρωπαϊκό, ΚΕΝΤΡΟΔΕΞΙΟ κόμμα, όπως είναι τα αντίστοιχα κόμματα-μέλη του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Ένα κόμμα Συντηρητικό, όπως της Γερμανίας ή της Γαλλίας για παράδειγμα, που όμως δεν θα κουβαλάει ως έρμα απαρχαιωμένες αντιλήψεις κρατικισμού ή κοινωνικές απόψεις της δεκαετίας του ’50 ως πολιτικές θέσεις. Ούτε Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα θα γίνει η Νέα Δημοκρατία ούτε Φιλελεύθερο τύπου Φέρχοφσταντ. Ούτε θέλει, ούτε μπορεί και το κόμμα και ο νέος Πρόεδρος της* ». Θεωρούσα πως κάτι τέτοιο ήταν σαφές και ξεκάθαρο σε όλους, ένθεν κι ένθεν του πολιτικού φάσματος, ωστόσο όπως αποδείχθηκε την τελευταία εβδομάδα, προφανώς και έκανα λάθος.

Τί θέλω να πω; Ας ξεκινήσω από το λιγότερο σημαντικό γεγονός κατά τη γνώμη μου, γεγονός που, «γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε», έκρινα ως άκρως θετικό για την παρουσία του νέου Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, ήτοι τη διαγραφή ενός απίθανου τύπου όπως ο Φαήλος Κρανιδιώτης. Δεν θα μπω στην ουσία του ζητήματος, ούτε στο ότι μας χωρίζει χάος και ως προς τις απόψεις, όσο κυρίως στο ήθος με το οποίο αυτές κατά καιρούς εκφέρονταν δημοσία από τον συγκεκριμένο κύριο, που πάντοτε μου έδινε την εντύπωση πως θα ανέπνεε ευκολότερα τον βορβορώδη αέρα του κόμματος των πσεκασμένων Ελλήνων παρά στην Νέα Δημοκρατία, ακόμη κι επί του πιο «Δεξιού» Αντώνη Σαμαρά. Με τη διαγραφή αυτή ο Κυριάκος Μητσοτάκης, επέδειξε γρήγορα αντανακλαστικά και αποφασιστικότητα και έδωσε ένα μήνυμα πως το ήθος της άποψης είναι ασυγκρίτως πιο σημαντικό ακόμη και από την ίδια την άποψη.

Κι όμως, ιδού που οι εκ δεξιών συνοδοιπόροι –ή και όσοι δεν συνοδοιπορούν έχοντας από καιρού προσκολληθεί είτε στα πσεκάσματα είτε στους νεοναζί της ΧΑ- άρχισαν την κριτική, ότι με τη διαγραφή αυτή αλλοιώνεται το δεξιό κομμάτι της Νέας Δημοκρατίας, ότι η παράταξη χάνει το συντηρητικό της πρόσημο, ότι οδηγείται στην «ποταμοποίηση» και άλλα παρεμφερή.

Πρώτα πρώτα, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: Δεξιός δε σημαίνει τραμπούκος. Αυτό ήταν κάτι που η Αριστερά προσέδωσε ως χαρακτηριστικό στοιχείο του «Δεξιού», τοποθετώντας τον ανάμεσα στο χουντικό χωροφύλακα και τον τραμπούκο νυχτομάγαζου. Και πολλοί «Δεξιοί» ασμένως το δέχτηκαν και το αποτέλεσμα ήταν η πλήρης ιδεολογική κυριαρχία της Αριστεράς για σχεδόν 40 χρόνια, γιατί φυσικά, ποιος νοικοκύρης άνθρωπος θα δήλωνε με παρρησία την ιδεολογική του ταυτότητα όταν αυτή ήταν ταυτισμένη με ό, τι πιο λούμπεν;

Δεξιός λοιπόν, σημαίνει ένας συγκεκριμένος κώδικας αξιών, συντηρητικών συνήθως ως προς τα κοινωνικά θέματα, πιο φιλελεύθερος ως προς την οικονομία, άλλος λίγο περισσότερο άλλος λίγο λιγότερο. Αλλά σημαίνει ταυτόχρονα και ΗΘΟΣ, αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «αστική ευγένεια», πειθαρχία και βαθιά πίστη σε θεσμούς και νόμους.
Αφετέρου δε, η Νέα Δημοκρατία έχει στις τάξεις της πρόσωπα όπως ο αντιπρόεδρός της Άδωνις Γεωργιάδης που ξεκάθαρα αυτοπροσδιορίζονται και είναι Δεξιοί, χωρίς υποσημειώσεις και αστερίσκους. Με ήθος, ευπρέπεια, στέρεα ιδεολογική ταυτότητα, χωρίς τζαμπά μαγκιές και νταηλίκια. Έχει καμία σχέση ο Άδωνις Γεωργιάδης με τους Φαήλους και τους πσεκασμένους; Μόνο οι κυβερνώντες αγκαλιά με τους καμμένους –πάντα με μικρό κ- που καταπίνοντας την κάμηλο και διυλίζοντας τον κώνωπα Συριζαίοι, υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, οι λέγοντες τον Δένδια ακροδεξιό και το Δημήτρη καμμένο –πάντα με μικρό κ, το τονίζουμε- «βουλευτή της κεντροδεξιάς».

Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να καταλάβω προς τί ο φόβος και ο πανικός από τη διαγραφή ενός αποτυχόντος πολιτευτού της Β΄Πειραιώς, προερχομένου από το πάλαι ποτέ πατριωτικό ΠΑΣΟΚ. Το πατριωτικό ΠΑΣΟΚ είναι η ιδεολογική ταυτότητα της Νέας Δημοκρατίας; Δεν νομίζω.

Η άλλη και πολύ πιο έντονη όσο και ενδιαφέρουσα κριτική που δέχτηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αφορά στην αντίδρασή του ως προς του ολίσθημα του Γιάννη Μουζάλα, αναπληρωτή υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής να αποκαλέσει την ΠΓΔΜ σκέτα «Μακεδονία». Ούτε εδώ θα επιδιώξω να μπω, αφελώς, στην ουσία του ζητήματος** . Απλώς θα τονίσω ξανά την απαρχής κοινοτοπία.

Ουδείς αρνείται ότι πολλοί πολίτες που ουδεμία σχέση είχαν με την Νέα Δημοκρατία και την Κεντροδεξιά στήριξαν την υποψηφιότητα για την προεδρία αυτής του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ο λόγος που το έκαναν, ξεκάθαρος. Δεδομένου ότι η Νέα Δημοκρατία διατηρεί, έστω και χαμηλά, την εκλογική της δύναμη είναι ως κόμμα της μείζονος αντιπολίτευσης πιθανόν σε ενδεχόμενες εκλογές να καταλάβει την πρώτη θέση και γύρω από αυτήν να συνασπισθούν και οι τώρα εξαϋλωμένες πολιτικές δυνάμεις της λεγόμενης Κεντροαριστεράς ή πιο σωστά, της Σοσιαλδημοκρατίας, όπως το ΠΑΣΟΚ ή το Ποτάμι.

Με δυο λόγια, και δεδομένου ότι σε ενδεχόμενη πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας σε εθνικές εκλογές ο Πρόεδρός της θα είναι ο επόμενος πρωθυπουργός, επέλεξαν, ως επί το πλείστον, τον Κυριάκο Μητσοτάκη, έναντι των Μεϊμαράκη, Τζιτζικώστα, Γεωργιάδη. Δικαιούνται να έχουν προσδοκίες από τον Κυριάκο Μητσοτάκη αυτοί οι πολίτες; Αναμφίβολα. Και δικαιούνται και νομιμοποιούνται πλήρως, ειδικά όσοι έλαβαν μέρος στην εσωκομματική διαδικασία στηρίζοντας τον. Με μία αναγκαία διευκρίνιση. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, εξελέγη Πρόεδρος ενός κόμματος με συγκεκριμένα πολιτικά χαρακτηριστικά. Πολυσυλλεκτικό κόμμα μεν, αλλά με ένα δικό του προφίλ, μια ιδιαίτερη ταυτότητα. Ούτε μόνο Δεξιό –και μάλιστα του είδους που το φαντάζονταν κάποιοι όπως σχολιάσαμε ανωτέρω- ούτε μόνο Κέντρο. Αυτού του κόμματος, και αυτού του πολιτικού χώρου τις αρχές είναι υποχρεωμένος να υπηρετήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Υπήρξαν πολλοί που έγραψαν και αρθρογράφησαν σχετικά με την απογοήτευση που ένιωσαν όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν αντέδρασε σαν πρόεδρος του «Ποταμιού». Κι εκεί είναι το πρόβλημά τους. Αυτό που θα ήθελαν, υπό μορφήν ευσεβούς πόθου, είναι είτε ο Κυριάκος Μητσοτάκης να πολιτεύεται ως πρόεδρος του «Ποταμιού» -ή και της «Δημοκρατικής Συμπαράταξης»- είτε οι πρόεδροι των κομμάτων αυτών να είχαν τα εκλογικά ποσοστά σήμερα της Νέας Δημοκρατίας. Είναι μια θεώρηση που μάλλον έχει μείνει κατάλοιπο από τον καιρό που ο άλλοτε συμπαθής μπαρμπά-Φώτης ενσάρκωνε την πολιτική που πολλοί νυν «Ποταμίστας» ή εκ της συμπαρατάξεως επιθυμούσαν και υπηρετούσαν, πολιτική που μετά τα μασκαριλίκια του πρεσβύτου της ΔΗΜΑΡ απεμπόλησαν μεν, ου λησμόνησαν δε.

Ως εκ τούτου, και επανερχόμενος στην αρχική κοινοτοπία ότι δεν είναι δυνατόν να αρέσουμε όλοι σε όλους, έχω να παρατηρήσω στους ένθεν κι ένθεν επικριτές του Κυριάκου Μητσοτάκη, επί των δύο συγκεκριμένων ζητημάτων (προφανώς υπάρχουν άλλα που είναι υπό συζήτηση), να κάνουν υπομονή και κυρίως να αντιληφθούν τους δύο όρους και την όσμωση αυτών, με ό, τι μπορεί να συνεπάγεται αυτή: Κέντρο αλλά και Δεξιά, Δεξιά αλλά και Κέντρο. Η σύζευξη των δύο είναι ο ένας στόχος του Κυριάκου Μητσοτάκη. Να μας απαλλάξει από το τσίρκο των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ο άλλος του στόχος.

Ο Επίμονος Δεξιός.

 

*Ο Νέος Κεντροδεξιός Πρόεδρος της Νέας Κεντροδεξιάς Νέας Δημοκρατίας

 

**Μια υποσημείωση μόνο είναι αναγκαία. Οι εγκαλώντες τον Αντώνη Σαμαρά για την τότε πολιτική του που εμπόδισε, όπως λένε, τη λύση του ζητήματος της ονομασίας του γειτονικού κράτους, πέραν του ότι δεν γνωρίζω από πού αντλούν την ακλόνητη βεβαιότητα ότι ο τότε ηγέτης της ΠΓΔΜ θα δεχόταν τη «σύνθετη ονομασία» και θα προχωρούσε σε απαλοιφή των δηλωτικών αλυτρωτισμού άρθρων του συντάγματος της χώρας του, ξεχνούν κάτι εξίσου σημαντικό∙ η χώρα διέθετε πέραν της ισχνής κυβερνητικής πλειοψηφίας της Νέας Δημοκρατίας, μια αξιωματική αντιπολίτευση υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου και την τότε Αριστερά, κομμουνιστική και «αναθεωρητική». Γιατί λοιπόν η τότε αντιπολίτευση δε στήριξε την πρόταση «σύνθετης ονομασίας» αλλά σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό ταυτίστηκε με το “όχι παράγωγο ή σύνθετο του όρου «Μακεδονία»”; Το ερώτημα δε, γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον αν αναλογιστεί κανείς την –απολύτως δίκαιη- κριτική που έχει δεχτεί ο Αντώνης Σαμαράς για τον πρώιμο αντιμνημονιακό αντιπολιτευτικό του βίο, κριτική η οποία, όπως παρατηρώ, δεν αφορά καθόλου την τότε ανεύθυνη αντιπολίτευση ή που προσπαθεί να καλυφθεί δολίως πίσω από το σαθρό επιχείρημα των έντονων, την εποχή εκείνη, πολιτικών παθών. Εκεί όμως κρίνονται οι ηγέτες.

Advertisements