Περί «σαρδάμ»

12322831_10207802081907830_5678159428733974605_o

 

Ήρεμα, σκέτα, απλά

Με βάση την αδήριτη παραδοχή ότι τα κάναμε σκατά, έχω να πω τα εξής: – Καταρχήν είναι σημαντικό να αποφορτιστεί το θέμα έτσι ώστε να πάψουν διάφορα ανόητα υποκείμενα, τύπου συγκαμμένου από το ένα άκρο & τύπου καραμούζα-λα από το άλλο, να αποκτούν πολιτική οντότητα μέσω του συγκεκριμένου προβλήματος, διχάζοντας και φανατίζοντας το κόσμο.

  • Σε όσους όμως διερωτώνται «τι κερδίζουμε» που αρνούμαστε να αποκαλέσουμε επισήμως τα Σκόπια «Μακεδονία» θα ήθελα να επιστρέψω την ερώτηση ως «τι θα κερδίσουμε», κατά τη γνώμη τους, αν το κάνουμε. Απλά πρέπει να ηρεμήσουμε. Το να αποκαλεί κάποιος τα Σκόπια «Μακεδονία» είναι λάθος, καταρχήν ιστορικό, τα λοιπά έπονται. Όμως, άλλο τόσο λάθος είναι να γανιάζεις σαν βλαμμένο παιδάκι που θέλει γλειφιτζούρι και να σκατώνεις μόνιμα την εξωτερική σου πολιτική με μη ρεαλιστικές απαιτήσεις. Αφού τα έκανες σκατά, είπαμε.

Για εμάς λοιπόν, δεν είναι Μακεδονία, ούτε πρέπει να γίνει ποτέ. Όμως, ήρεμα, σκέτα, απλά. Εμένα μου είναι αρκετό που θα το βλέπουν οι ίδιοι οι Σκοπιανοί στα Ελληνικά χαρτιά τους όταν κατεβαίνουν κατά κοπάδια το καλοκαίρι για μπάνιο στην Ασπροβάλτα και τη Λεπτοκαρυά. Μέχρι εκεί, ας είναι.

Αφού είπαμε (για τρίτη φορά το λέω) τα κάναμε ΣΚΑΤΑ. Ήρεμα όμως, συνειδητοποιημένα, πολιτισμένα & απλά. Η σήψη και οι απώλειες ενός έθνους πάντα ξεκινούν εκ των έσω. Αυτό να κοιτάξουμε. Δεν μας φταίει ΚΑΝΕΝΑΣ αλλος. Και ούτε έχει υποχρέωση να μας προστατέψει κανείς.

από τον  Stamatis Kioutsoukis

 

 

Αντίστροφες θεσμικότητες

Το ατόπημα του κ. Μουζάλα σε μια, καθ’ ημάς, λανθασμένη ονοματοδοσία φρονώ ότι δεν αξίζει τον κόπο να θεωρηθεί ως ένα επιμέρους στοιχείο μίας ευρύτερης πολιτικής ατζέντας που εφάπτεται της αριστεράς, της αδιαφορούσας για σύνορα, έθνη, πατρίδες, θρησκείες και οικογένειες και αιτία όλων των δεινών της τάλαινας χώρας μας από καταβολής της (ειρωνικό εδώ το σχόλιο, για όσους δεν το κατάλαβαν). Κι αυτό γιατί πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσουμε να αναζητούμε τις –υποτίθεται– κρυμμένες λέξεις μεταξύ των γραμμών, των εκφερομένων από τα στόματα των πολιτικών μας, λέξεις που φανερώνουν εν δευτέρᾳ αναγνώσει «τα όσα πράγματι θέλει να πει» ο πολιτικός. Κι αυτό γιατί, μόνο η εστίαση στα όσα εκφέρονται τη στιγμή που εκφέρονται είναι σε θέση, αφενός να τερματίσει κάποτε τη νοοτροπία της κλειδαρότρυπας που περιφέρεται πάνω από τα κεφάλια μας, αφετέρου να φέρει στο πολιτικό προσκήνιο, άμεσα και σε πρώτο επίπεδο, αυτήν καθαυτήν την πολιτική σκοπιμότητα.

Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζω, συγκριτικά με το ατυχές παράδειγμα του κ. Μουζάλα το αντίστοιχο «μη-ατόπημα», σε ένα αρχικό επίπεδο ορισμών, του κ. Φίλη. Στην πρώτη, χρονικά, περίπτωση, η ασυνέχεια σημειώνεται σε σχέση με μία κοινώς αποδεκτή, ευρεία γραμμή εξωτερικής πολιτικής, άμεσα μεν συνδεδεμένης και με το πολύπαθο θυμικό μας, ωστόσο τυπικά «σωστή», καθώς ο όρος «εθνοκάθαρση» επίσης μπορεί να περιγράψει και να αποτυπώσει εναργώς, πτυχές του Ποντιακού ζητήματος (αυτό, δηλαδή, είναι κάποιου είδους… τρολλάρισμα, όπως είπε κάποιος κάποτε). Στη δεύτερη περίπτωση, η ασυνέχεια εντοπίζεται τόσο σε επίπεδο τύπων, όσο και σε επίπεδο ουσίας, αναγνωρίζοντας, και μάλιστα με μία δόση ελαφρότητος (η εκπομπή του κ. Παπαχελά ήταν άλλωστε μαγνητοσκοπημένη, άρα μειώνονται οι πιθανότητες κάτι να λέγεται «εκ παραδρομής» ενώ μπορεί να «διορθωθεί» στο μοντάζ), ως τετελεσμένο ένα, ήσσονος κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή, γεγονός που αφορά την εξωτερική μας πολιτική.

Το γιατί ο κ. Φίλης επέλεξε να χρησιμοποιήσει τη δόκιμη, θεσμικά κατοχυρωμένη, ακαδημαϊκή ορολογία σε μια λάθος στιγμή, ενώ ο κ. Μουζάλας αδιαφόρησε για το (καθ’ ημάς, το τονίζω) θεσμικό, δόκιμο και κοινώς αποδεκτό τη «σωστή» στιγμή (ενώ δηλαδή η χώρα έχει παραλύσει εδώ και δεκαπέντε μήνες, αδυνατώντας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της εντός και κυρίως εκτός, αδυνατώντας να παράσχει στους πρόσφυγες τα αυτονόητα, αδυνατώντας να προσφέρει μία θετική προοπτική για το μέλλον των πολιτών της, αδυνατώντας γενικώς) είναι οι κορυφές ενός παγόβουνου, όχι όμως αυτού της συνομωσιολογίας των ανοηταινόντων του ΔΗΑΙΔΟΣΤΑΙ οι οποίοι θα κυνηγούν ες αεί το φάντασμα ενός Άλλου. Είναι οι ελάχιστες κορυφές του θεόρατου παγόβουνου της πλήρους ανικανότητας -ή ελαφρότητας, που είναι περίπου το ίδιο- διαχείρισης του πολιτικού σκηνικού, τα ήσσονα τεκμήρια μίας μείζονος ανεπάρκειας, που βρίσκουν την πλήρη και μεγεθυμένη τους αντανάκλαση στην ευρύτερη κατάσταση εντός της οποίας βρισκόμαστε από τη στιγμή που η κυβέρνηση αυτή ανέλαβε την εξουσία. Και, ακόμη λιγότερη σημασία από όλα αυτά, έχει το αν ο κ. Μουζάλας εξακολουθήσει να είναι Υπουργός αρμόδιος για θέματα μεταναστευτικής πολιτικής.

 

Ο Παλαιοπασόκος

Advertisements