Συνταγές μαγειρικής ή το πολιτικώς απολιτικόν στην υπηρεσία της Εθνοσωτηρίου

12322831_10207802081907830_5678159428733974605_o

 

Είναι πραγματικά εκπληκτικό, πόσο απολιτίκ μπορεί να είναι πολλές φορές μια, τάχα πολιτική τοποθέτηση, μια άποψη, ένα κειμενάκι, που υποτίθεται εκφράζει πολιτικό λόγο.

Έτσι λοιπόν υπέπεσε στην αντίληψη μου ένα κείμενο το οποίο μάλιστα φιλοδώρησαν με την αναδημοσίευση ή την ευαρέσκειά τους ευσχήμονες φιλοευρωπαϊστές, εγνωσμένων αντισυριζαιικών αισθημάτων, κάποιου κυρίου άλλοτε κρασιού ΓΑΠικού, ο όποιος όμως μετά την πτώση ΓΑΠ έσπευσε να αγοράσει το σανό της «Ελπίδας» και να παίξει ακόμη και στο τηλεπαιχνίδι -αλήθεια, κάτι τέτοιο δεν ήταν;- «Ask Tsipras».

Ξεκινά λοιπόν με μια ιστορική αναδρομή του κακού από την 7η Μαρτίου 2004 όταν ο Κώστας Καραμανλής αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας. Ουδείς φυσικά εξ ημών αμφισβητεί ότι η διακυβέρνηση Καραμανλή πόρρω απείχε του να θεωρείται υποδειγματική. Οι περισσότεροι στέκονται στο βίο και στα πεπραγμένα της αλλά η κριτική αυτή είναι εσφαλμένη. Η, ορθώς αποκαλούμενη και «γαλάζια πασοκαρία», απλώς συνέχισε με μεγαλύτερο ζήλο ό,τι ίσχυε μέχρι τότε στη χώρα. Απλώς ως νέα -και λιμάρικη- εξουσία, έπεσε με τα μούτρα. Διόγκωσε το δημόσιο χρέος, μονιμοποίησε δια του νυν ΠτΔ τα «παιδιά των Stage» που είχε γεμίσει το δημόσιο η προηγούμενη διακυβέρνηση, συνέχισε στο χορό του «όλα τα κιλά όλα τα λεφτά» ως προς τους αγρότες, κι άφησε μια «θωρακισμένη» μπροστά στην κρίση οικονομία τέτοια, που οδήγησε στο μονόδρομο του Μνημονίου.

Το λάθος στην κριτική αυτή είναι πως η ιστορική ευθύνη εκείνης της απαράδεκτης κυβέρνησης δεν αφορά στα πεπραγμένα της αλλά στα μη. Είχε τη χρυσή ευκαιρία κατά την πρώτη τριετία, με ισχυρότατη κοινοβουλευτική παρουσία και ευρύτατη συναίνεση να προχωρήσει σε τομές και αλλαγές -παρόμοιες με πολλές από εκείνες που ήρθαν να προβλέψουν τα Μνημόνια- χωρίς να ανοίξει μύτη. Τουλάχιστον οι λεγόμενες «διαρθρωτικές αλλαγές» μπορούσαν και έπρεπε να υλοποιηθούν μεταξύ 2004-2007. Αντ’αυτού, η κυβέρνηση Καραμανλή διακρίθηκε για την νωθρότητα και τη ραθυμία της, σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα που προαναφέρθηκαν.

Έχει ενδιαφέρον που ο συντάκτης του κειμένου ξεκινά από το 2004 κι εντεύθεν, συνεπής στη ρητορική των φιλικά προσκείμενων στον πρώην πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου και δεν αναφέρουν πχ τη δεκαετία του ’80, που ξεκινά ο υπερβολικός δανεισμός ή το β’ μισό της δεκαετίας του 1970 με τις μεγάλες κρατικοποιήσεις.

Και συνεχίζει.

Την περίοδο Γιώργου Παπανδρέου την περνάει τροχάδην. Η κριτική, όπου ασκείται, αφορά είτε τον Παπακωνσταντίνου είτε το Βενιζέλο. Η συνέχεια, με αμείωτο κέφι αφορά στη -δίκαιη, ουδείς το αρνείται- κριτική απέναντι στον αντιμνημονιακό Σαμαρά.

Έχει πλάκα. Ιδίως σε όσες αναφορές κάνει στον Πανό Καμμένο, δεν παύει να διευκρινίζει ότι υπήρξε υπουργός της κυβέρνησης Καραμανλή και βουλευτής και συνοδοιπόρος της πρώτης αντιμνημονιακής ΝΔ. Μια μικρή λεπτομέρεια μόνο διαφεύγει στο συντάκτη του κειμένου. Στο ότι ο Πανούλης είμαι ο σταθερός και αμετακίνητος κυβερνητικός εταίρος του αγαπημένου του Αλέξη, σχεδόν βλάμης κι αδερφός του.

Οι επιθέσεις συνεχίζονται στο πρόσωπο του Βαγγέλη Βενιζέλου. Δεν υπάρχει κριτική, δεν επισημαίνονται καν τα λάθη του όταν διετέλεσε ΥΠΟΙΚ. Μόνο η επάρατος συνεργασία με τον Σαμαρά, που εξηγείται παιδιάστικα ως απότοκη της δεδομένης αρχομανίας του Β.Β. τον οποίο «αβαντάριζε το συγκρότημα Ψυχάρη». Είναι προφανές ότι ο συντάκτης του κειμένου δεν έχει χρόνο να παρακολουθεί ειδήσεις κι ούτε έχει ακούσει ποτέ για τα διάφορα αιλουροειδή των Ιμαλαΐων.

Μετά μας υπενθυμίζει ο συντάκτης, την τοποθέτηση της Εύας Καϊλή στην προεδρία Ερευνητικού Κέντρου, καθώς και του πατρός της στην προεδρία Νοσοκομείου. Μάλιστα. Ουδείς εξ ημών δεν έχει την αντίληψη ότι οι ικανότητες της κυρίας Καϊλή είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την τοποθέτηση της σε τέτοιες θέσεις. Υποθέτω πως για τον συντάκτη του άρθρου η τοποθέτηση της Καϊλή σε μια θέση αργομισθίας (κακώς, κάκιστα εξυπακούεται) δικαιολογεί, αν δεν προοικονομεί, τον Καρανίκα, το Σχινά κι όλων αυτών των ταλαντούχων στελεχών με τα βαριά βιογραφικά που χρησιμοποιεί η Εθνοσωτήριος για να επανδρώσει τον κρατικό μηχανισμό.

Ο συντάκτης αφού κάνει μια σύντομη θετική αποτίμηση της περιόδου Παπαδήμου -για την οποία δεν είναι τόσο δημοφιλές να ασκεί κανείς κριτική- στη συνέχεια κατηγορεί Σαμαρά και Βενιζέλο για τις δύο απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις του 2012. Εδώ τον καταλαβαίνω. Είναι λογικό, έχουν περάσει και τέσσερα χρόνια, ήτο και η όλη μορφή και παρουσία του ανδρός τέτοια, πού να θυμάται τον πρεσβύτη Φώτη Κουβέλη που τω καιρώ εκείνω μυξοπαρθένευε ού θέλων θέλων να μας κάνει την τιμή να μας κυβερνήσει.

Και φυσικά, ακολουθούν αναφορές στον Μπαλτάκο, και σε τοποθετήσεις σε θέσεις ανθρώπων όπως ο Παπουτσής, ο Παπαθανασίου, ο Αντώναρος ή η Παναγιωταρέα στο γνωστό σκεπτικό που σήμερα, με απόφοιτους ΙΕΚ σε νευραλγικά πόστα ή με βόλεμα στους προσφέροντας υπηρεσίες ιδιοκτήτες του «Olympia.gr» και του «Χωνιού», τους κάνει να φαντάζουν διάνοιες.

Μεσολαβεί το δάκρυ του συντάκτη για εκείνη την καλοκαιρινή μέρα « που σηκώθηκε ο Σαμαράς και έκλεισε την ΕΡΤ, γιατί όπως είχαν πει, δεν τον υμνούσε όπως έπρεπε». Αλήθεια, ποιοι το είχαν πει αυτό; Γιατί δεν το λέει και σε μας; Ευτυχώς πάντως που πλέον η ΕΡΤ επαναλειτούργησε και αποτελεί παράδειγμα δημοσιογραφικού ήθους και αμεροληψίας κι ο Αλέξης Τσίπρας, ένας αληθινός δημοκράτης, δέχεται αγόγγυστα το σφυροκόπημα από λιβάνι που του κάνει η κρατική ραδιοτηλεόραση.

Το άρθρο ολοκληρώνεται με τα συμπεράσματα του συντάκτη. Καλός ο Σημίτης, κακός ο Καραμανλής, κάκιστοι όλων οι Σαμαράς και Βενιζέλος. Έχει ενδιαφέρον ότι σε αυτούς χρεώνει και την έλευση του Αλέξη που τελικά δεν ανταποκρίθηκε στις ελπίδες του συντάκτη για μετατροπή σε κεντροαριστερό κόμμα και συνεργασία με το Ποτάμι. Εδώ είναι κι η μοναδική κριτική θέση του έναντι του Τσίπρα. Το ότι η «ελπίδα» του συντάκτη τροφοδοτείται από την καταγωγή του ΣΥΡΙΖΑ από την ανανεωτική Αριστερά προκαλεί γέλιο. Μήπως δεν είχε προηγηθεί πολύ πριν τον Αλέξη ο Αλέκος και η ξεκάθαρα μετατόπιση του κέντρου βάρους του κόμματος από την ανανεωτική στη ριζοσπαστική Αριστερά; Ούτε το όνομα του κυβερνώντος κόμματος δε γνωρίζει ο συντάκτης;

Τόνισα στην αρχή τον απολιτικό χαρακτήρα που μπορεί να έχει ένα πολιτικό σχόλιο. Πού διακρίνω εδώ τον απολιτικό χαρακτήρα; Όχι στην κριτική της μίας ή της άλλης περιόδου ούτε στον υπερτονισμό λαθών και αδυναμιών της μιας ή της άλλης κυβέρνησης. Λογικό και θεμιτό είναι ο καθένας να κάνει διαφορερικές εκτιμήσεις και να αποφαίνεται είτε κατά την κρίση του είτε κατά την πολιτική του τοποθέτηση είτε κατά μία συνάρτηση αυτών.

Ο απολιτικός χαρακτήρας -που είναι παράλληλα και ανιστορικός- έγκειται στο εξής: πού είναι ο λαός; πού είναι οι πολίτες; Δεν είναι οι πολίτες που επιβραβεύουν ή αποδοκιμάζουν με την ψήφο τους; Δεν υπάρχει για τους πολίτες η ευθύνη που τους αναλογεί, όχι προφανώς στην επίλυση των προβλημάτων που προϋποθέτουν συνήθως και ύπαρξη ειδικών γνώσεων, αλλά στην επιλογή και στην ανάδειξη εκείνων που θεωρούν κάθε φορά κατάλληλους να τα αντιμετωπίσουν;

Πώς μπορεί να είναι πολιτικό ένα σχόλιο που η αφήγηση του δεν περιλαμβάνει την κατεξοχήν πολιτική παράμετρο που είναι οι πολίτες και οι ευθύνες τους;

Αρκεί να φορτώσουμε στα -πραγματικά και δεδομένα- λάθη του Σαμαρά και Βενιζέλου την τριπλή, μέσα σε ένα χρόνο, ψήφο εμπιστοσύνης των πολιτών στον εσμό του Τσίπρα και του Καμμένου; Πόσο διαφέρει αυτό από το «εγώ είμαι ρατσιστής; αυτός είναι νέγρος!»; Κατά συνέπεια λοιπόν αύριο, δεδομένης της ολοσχερούς αποτυχίας της κυβερνητικής πολιτικής που βρίσκεται προ των πυλών σε σχέση με το προσφυγικό/μεταναστευτικό, δε θα έχουν ευθύνη οι πολίτες που με αυτήν την πρόφαση θα φιλοδωρήσουν με την ψήφο τους τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής, σωστά; Μα αυτό είναι η κατάργηση της πολιτικής, η πλήρης άρνηση της!

Αυτό απασχολεί κι όχι η σαφής και πέραν πάσης αμφιβολίας διάθεση του συντάκτη να δει με συγκατάβαση τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και ουσιαστικά να συνηγορήσει στη μακροημέρευση της. Κι αυτό, γιατί η προπαγάνδα, παύει να είναι επιτυχής όταν είναι πλήρως εμφανείς οι προθέσεις και οι σκοποί της.

 

Ένας Περαστικός

Advertisements