Παρουσία κληρικών στο μάθημα των Θρησκευτικών;

12322831_10207802081907830_5678159428733974605_o

 

Του Σπύρου Βουγιουκλάκη.

Στις 20 Φεβρουαρίου κυκλοφόρησε στα κοινωνικά δίκτυα μία φωτογραφία που παρουσίαζε τον Μητροπολίτη Ν. Ιωνίας & Φιλαδελφείας, Γαβριήλ, να συζητά περί διαφόρων θρησκευμάτων στο Λύκειο της Ν. Χαλκηδόνας. Την ίδια ημέρα δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη, και στην συνέχεια αναδημοσιεύτηκε από ποικίλες ιστοσελίδες, μια είδηση που προκάλεσε έντονο προβληματισμό: το Υπουργείο Παιδείας επιτρέπει παρουσία κληρικών στο μάθημα των Θρησκευτικών! Την είδηση συνόδευσε το σχόλιο «Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση όχι μόνο διατηρεί την υποχρεωτικότητα του μαθήματος των Θρησκευτικών, όχι μόνο διατηρεί τον πλήρως αντιεπιστημονικό και προσηλυτιστικό χαρακτήρα του μαθήματος, αλλά βάζει και τους παπάδες μέσα στο μάθημα για να ελέγχουν τους εκπαιδευτικούς που το διδάσκουν!» Προς επίρρωση του ανησυχητικού χαρακτήρα της είδησης, παρατέθηκε και απόσπασμα από ανακοίνωση του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης «Γ. Σεφέρης», που διερωτάται για ποιο λόγο η Εκκλησία επιθυμεί να παρακολουθήσει το μάθημα και καλεί τους εκπαιδευτικούς να μη δεχθούν καν να συζητηθεί κάτι τέτοιο.

Ο σάλος που προκλήθηκε στα κοινωνικά δίκτυα ήταν μάλλον αναμενόμενος, δεδομένων και των αντικληρικαλικών αντανακλαστικών τους. Πολλοί θεολόγοι αισθάνθηκαν ανησυχία στο ενδεχόμενο να πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους υπό επιτήρηση, κάτι που θα επέτεινε περεταίρω την απαξίωση του μαθήματός τους, μια απαξίωση η οποία άλλωστε δεν προέρχεται μόνο από τους υπέρμαχους της Laïcité, αλλά και από συντηρητικούς παραεκκλησιαστικούς κύκλους.

Ωστόσο, μια προσεκτικότερη ματιά στο ίδιο το κείμενο της είδησης αποκαλύπτει ότι ίσως πρόκειται για γεγονός πολύ μικρότερης σημασίας από όσο οι αρνητικές συνδηλώσεις του τίτλου του άρθρου μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε. Όπως αναφέρεται, στις 13 Ιανουαρίου του 2015, δηλαδή ένα χρόνο πριν τα δημοσιεύματα, η Ι. Μητρόπολη Ν. Ιωνίας-Φιλαδέλφειας είχε ζητήσει με έγγραφό της προς το Υπουργείο Παιδείας άδεια να επισκεφθεί σχολεία της περιοχής και να παρακολουθήσει το μάθημα των Θρησκευτικών.

Το Υπουργείο τότε είχε παραπέμψει τη Μητρόπολη στον σύλλογο διδασκόντων του κάθε σχολείου, όπως ακριβώς όφειλε να κάνει: «Επίσης, όσον αφορά τη δυνατότητα της παρουσίας σας κατά τη διεξαγωγή του μαθήματος των Θρησκευτικών, σας ενημερώνουμε ότι αυτό δύναται να πραγματοποιηθεί με την προϋπόθεση της συναίνεσης των Διευθυντών και των Συλλόγων Διδασκόντων των σχολικών μονάδων των ανωτέρω περιοχών». Συνεπώς το Υπουργείο δεν επέτρεψε την παρουσία κληρικών στο μάθημα των Θρησκευτικών, όπως διατείνεται το άρθρο, ούτε όμως την απαγόρευσε. Απλά άφησε την απόφαση στην κρίση των αρμοδίων διδασκόντων.

Δεν γνωρίζουμε τι ώθησε την Μητρόπολη να υποβάλλει το σχετικό αίτημα. Δεδομένου όμως ότι η σχετική άδεια απ’ ό,τι φαίνεται χορηγήθηκε από τους διδάσκοντες, υποθέτουμε ότι είχε προηγηθεί πρόσκληση κάποιου εκ των διδασκόντων προς τον οικείο μητροπολίτη να τους επισκεφθεί, ο οποίος στη συνέχεια ζήτησε και την άδεια του Υπουργείου. Δεν γνωρίζουμε τα ακριβή γεγονότα βέβαια, η εικασία μας στηρίζεται στο ποια είναι η συνήθης πρακτική. Είναι δικαίωμα κάθε εκπαιδευτικού να καλέσει κάποιο εξωσχολικό πρόσωπο στην τάξη, εφόσον έρθει σε συνεννόηση με τη διεύθυνση του σχολείου και εφόσον κρίνεται ότι μπορεί ο προσκεκλημένος να συμβάλλει θετικά στην εκπαιδευτική διαδικασία. Η παρουσία ιερέα σε κάποιο σχολείο δεν αποτελεί πρωτοτυπία, καθόσον υπάρχουν και καθηγητές διαφόρων γνωστικών αντικειμένων που τυγχάνουν και ιερείς.

Αυτό που θα ήταν ανεπίτρεπτο, βέβαια, θα ήταν η Μητρόπολη να αξιώσει μονομερώς να παρίσταται κάποιος εκπρόσωπός της στο μάθημα των Θρησκευτικών και το Υπουργείο να το επιτρέψει παρακάμπτοντας τον σύλλογο διδασκόντων. Επίσης, κάθε άλλο παρά θα βοηθούσε στο μάθημα αν αυτές οι επισκέψεις, έστω και κατόπιν αδείας των διδασκόντων, επεκτείνονταν και μονιμοποιούνταν, αν το έκτακτο γίνονταν μόνιμο και αν το μεμονωμένο γίνονταν γενικό. Αυτό θα εγκυμονούσε πράγματι κινδύνους, ευτυχώς όμως τέτοιες τάσεις δεν φαίνεται να επικρατούν προς το παρόν.

Θα ήταν στρουθοκαμηλισμός να αρνηθούμε ότι υπάρχουν φωνές που επιθυμούν στενότερο έλεγχο του μαθήματος των Θρησκευτικών από την Εκκλησία. Είναι πρόσφατες οι αναμνήσεις από την εχθρική στάση του μακαριστού Χριστόδουλου απέναντι στο θρησκειολογικό βιβλίο της Β’ Λυκείου. Ακόμη και στο ομολογιακό σκέλος του μαθήματος εξάλλου υπάρχουν ζητήματα ανοιχτά στην υποκειμενική κρίση του διδάσκοντος, τα οποία μπορεί να τον φέρουν δυνητικά σε ρήξη με τον οικείο επίσκοπο.

Το ζήτημα συνδέεται με κάτι πολύ πιο βαθύ, την παλαιά διαμάχη μεταξύ ακαδημαϊκής και εκκλησιαστικής Θεολογίας. Στην Ευρώπη οι απαρχές της εντοπίζονται το 1231, όταν, με αφορμή ένα περιστατικό που δημιούργησε σύγκρουση δικαιοδοσίας μεταξύ θρησκευτικής και κοσμικής εξουσίας, ο Πάπας Γρηγόριος Θ’ παραχώρησε πλήρη αυτονομία στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων, γνωστό τότε για την θεολογική σχολή του, οδηγώντας νομοτελειακά στην απαγκίστρωση της ακαδημαϊκής θεολογίας. Στην Ελλάδα η διαμάχη χρονολογείται από το 1837, όταν η Ιερά Σύνοδος είδε την ίδρυση της Θεολογική Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών σαν μια προσπάθεια των Βαυαρών και των «γερμανοπαιδευθέντων» Ελλήνων να αποσπάσουν τη Θεολογία από την Εκκλησία, που αντέδρασε με την ίδρυση της Εκκλησιαστικής Θεολογικής Ακαδημίας. Αυτή η αντιπαράθεση μπορεί να ξεπεράστηκε γρήγορα μετά την αποχώρηση των Βαυαρών, όμως η καχυποψία φαίνεται ότι παρέμεινε σε ορισμένους κύκλους και αυτό καθόρισε και την επιρροή που άσκησαν στη διαμόρφωση της ύλης του μαθήματος των Θρησκευτικών.

Ας μην κάνουμε βέβαια το λάθος να χρεώσουμε αποκλειστικά συντηρητισμό στην πλευρά των ιεραρχών. Υπάρχουν πολλοί στους κόλπους τους που αρθρώνουν λογικό και ψύχραιμο λόγο• είναι εκείνοι για τους οποίους δεν ακούτε στις ειδήσεις. Ωστόσο όλη αυτή η συζήτηση αναπόφευκτα θα μας οδηγήσει και στον πυρήνα της, που δεν είναι άλλος από τον χαρακτήρα που πρέπει να έχει το μάθημα των Θρησκευτικών, πόσο θα πρέπει να είναι ομολογιακός και πόσο θρησκειολογικός, πόσο γνωσιοκεντρικός και πόσο παιδαγωγικός. Αυτή η συζήτηση υπό τις παρούσες συνθήκες ακραίας πόλωσης εκατέρωθεν είναι ευνόητο ότι θα οδηγούσε σε πλήρες αδιέξοδο. Ίσως για αυτό, ούτε η πλευρά της Εκκλησίας ούτε η πλευρά της Πολιτείας φαίνεται πρόθυμη να την ανοίξει• όλοι βολεύονται με τη διαιώνιση του σημερινού διακανονισμού, μολονότι είναι προφανές ότι για να σωθεί το κύρος του μαθήματος πρέπει να αναληφθούν γενναίες πρωτοβουλίες.

Advertisements