Η περίπτωση Μητσοτάκη

12322831_10207802081907830_5678159428733974605_o

 Η συμμετοχή 400.000 ψηφοφόρων και μελών της Νέας Δημοκρατίας στις εσωκομματικές εκλογές , αρκετά μεγαλύτερη του αναμενομένου και  που  με  καλύτερη οργάνωση θα ήταν περισσότεροι, αποτέλεσε φιλί ζωής για την συντηρητική παράταξη, μετά την εικόνα διάλυσης και απαξίωσης που προκλήθηκε από την αδυναμία διεξαγωγής των εσωκομματικών εκλογώ. Μια μικρού μεγέθους συμμετοχή θα επιβεβαίωνε, χωρίς επιστροφή, αυτήν την εικόνα. Λειτούργησε το ένστικτο αυτοσυντήρησης της παράταξης, που έκανε ένα μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας να κινητοποιηθούν και να περιμένουν στις ουρές για να ψηφίσουν.

Το γεγονός της πρώτης ψηφοφορίας είναι, πέρα από κάθε αμφιβολία, η κατάληψη της δεύτερης θέσης από τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη σε βάρος των περισσότερων προβλέψεων και μάλιστα με μεγάλη απόσταση από τον τρίτο. Πρόσωπο με όχι μεγάλη επιρροή στον κομματικό μηχανισμό της Νέας Δημοκρατίας καθότι μη καραμανλικός και μη σαμαρικός. Ενδεικτικό αυτού είναι ότι την δημόσια συζήτηση μονοπωλεί, προσώρας τουλάχιστον, η συμμετοχή του Κ.Μ. στον δεύτερο γύρο παρά η αναμενόμενη πρωτιά του  κ. Μειμαράκη, ο οποίος άλλωστε στηρίχθηκε αναφανδόν από τον κομματικό μηχανισμό του κ. Κώστα Καραμανλή, ελπίζοντας να καθορίσει από την πρώτη Κυριακή το αποτέλεσμα. Αυτό δεν κατέστη εφικτό. Πρόκειται για μια εξέλιξη που διαταράσσει τις εσωκομματικές ισορροπίες και δημιουργεί μια δυναμική αλλαγής η οποία θα ενταθεί στο διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την δεύτερη ψηφοφορία, εμπεδώνοντας την κάμψη της επιρροής των κομματικών μηχανισμών στην κοινωνία.

Ο κ. Μητσοτάκης εξέφρασε τα μη παραδοσιακά στρώματα της κοινωνίας που επέλεξαν να συμμετέχουν στην εσωκομματική εκλογική διαδικασία της Νέας Δημοκρατίας. Η υποψηφιότητα του  κινητοποίησε πολλά από τα δυναμικά και παραγωγικά κοινά που δεν δεσμεύονται από κομματικούς συσχετισμούς και προβληματίζονται βλέποντας την καταστροφική διαχείριση από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να εντείνεται από την ανυπαρξία μιας συγκροτημένης και σοβαρής αντιπολίτευσης. Εκτιμάται ότι η κατάληψη της δεύτερης θέσης από τον κ. Μητσοτάκη κατέστη δυνατή λόγω της συμμετοχής περίπου 60.000 πολιτών που στις εκλογές δεν ψήφισαν την Νέα Δημοκρατία.

Η προεκλογική τακτική του κ. Μητσοτάκη ήταν εντελώς διαφορετική από αυτήν των συνυποψήφιων του. Επέλεξε έναν ήπιο λόγο, εστιασμένο στις προγραμματικές θέσεις και τα ζητήματα πολιτικής και όχι μικροπολιτικής, κρατώντας απόσταση ασφαλείας από τις συγκρούσεις και τις εσωκομματικές αντεγκλήσεις σε προσωπικό επίπεδο. Η ευρωπαϊκή, μεταρρυθμιστική ατζέντα που προέταξε, είναι ακριβώς τα σημεία υστέρησης και θεσμικής ανεπάρκειας του ΣΥΡΙΖΑ, γεγονός που τον καθιστά  μια υποψηφιότητα που θα αντιπαρατεθεί πολιτικά, σε περίπτωση εκλογής του στην προεδρία.

Η Νέα Δημοκρατία αποτελεί έναν γερασμένο κομματικό σχηματισμό που δεν είναι σε θέση υπό την παρούσα μορφή να παράξει πολιτική. Το ασαφές ιδεολογικό της στίγμα, η αδυναμία της να αντιπαρατεθεί στον ποικιλόχρωμο λαϊκισμό, η παντελής απουσία προγραμματικού λόγου στις τελευταίες δύο εκλογικές  αναμετρήσεις, ακόμα και η δυσθυμία της να υπερασπιστεί τα όποια θετικά στοιχεία της τελευταίας της διακυβέρνησης, καθότι εφάρμοσε μεταρρυθμίσεις τις οποίες η ίδια δεν τις επέλεξε, σχηματοποιούν το λόγο για τον οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ, παρ’όλες τις καταστροφικές για την χώρα επιλογές στις οποίες προέβη τον ένα χρόνο διακυβέρνησης του, βρίσκεται χωρίς αντίπαλο.  Αν μια υποψηφιότητα έχει τα πολιτικά χαρακτηριστικά που της επιτρέπουν  να αλλάξει αυτήν την συνθήκη και να προβεί στην αναγκαία ανασυγκρότηση της συντηρητικής παράταξης και να μετατρέψει την Νέα Δημοκρατία σε ένα σύγχρονο κεντροδεξιό κόμμα, ικανό να διεκδικήσει εν νέου την εξουσία, αυτή είναι του κ. Μητσοτάκη. Η περίπτωση του ομοιάζει σε μεγάλο βαθμό με την εκλογή Σημίτη στην προεδρία του ΠΑΣΟΚ το 1996, καθώς το τότε κραταιό κόμμα εξερχόταν από μια περίοδο πολιτικής παρακμής, την οποία ανέστρεψε η εκλογή Σημίτη, κερδίζοντας δύο  συναπτές εκλογικές αναμετρήσεις. Ενδεχόμενη επικράτηση του κ. Μειμαράκη θα επιβεβαιώσει την παρούσα εικόνα της Νέας Δημοκρατίας ως ένα κόμμα των μηχανισμών, ανίκανο να αποτελέσει εναλλακτική πρόταση εξουσίας, που νομοτελειακά θα συρρικνωθεί σε βαθμό εξαφάνισης.

Η ανάγκη ανασυγκρότησης της συντηρητικής παράταξης είναι σήμερα περισσότερο επιτακτική από ποτέ. Σε κάθε σύγχρονη χώρα και σε κάθε πολιτικό σύστημα, οι συντηρητικές παρατάξεις αποτελούν τις βάσεις των οικοδομημάτων. Όταν αυτές αποσυσπειρώνονται, το πρόβλημα είναι δομικό και οι επιπτώσεις γεωμετρικά πολλαπλασιαστικές.

Οι αντιπολιτευτικές παλινωδίες στις οποίες προέβη η Νέα Δημοκρατία την πρώτη περίοδο της κρίσης, είχαν σαν αποτέλεσμα την καταγραφή του χαμηλότερου εκλογικού της ποσοστού μεταπολιτευτικά, στις εκλογές του Μαϊου του 2012. Από την αποδιάρθρωση της εκλογικής της βάσης προέκυψαν οι πολιτικές τερατογενέσσεις των  ΑΝΕΛ και της Χρυσής Αυγής και επέτρεψαν στον ΣΥΡΙΖΑ να προβάλλει ως εν δυνάμει κυβερνητική δύναμη και να στην συνέχεια να καθιερωθεί ως ο έτερος πόλος του σημερινού δικομματισμού. Η πολιτική αστάθεια η οποία αποτρέπει την χώρα να ξεπεράσει την κρίση, στα πρότυπα των άλλων χωρών, είναι προϊόν αυτής της συνθήκης.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, φαίνεται να καταρρίπτεται  το λαϊκιστικό αφήγημα που επικράτησε στα χρόνια της κρίσης. Μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν και ποτέ δεν υπήρξαν, όσοι ισχυρίστηκαν το αντίθετο και αποκόμισαν εκλογικά κέρδη, η πραγματικότητα τους υποχρεώνει σε εξευτελιστικές αναδιπλώσεις με την χώρα να πληρώνει βαρύτατο τίμημα. Ωστόσο, η ανεπάρκεια είναι πρόδηλη, η ποιότητα και οι ικανότητες της ηγεσίας και του πολιτικού προσωπικού της σημερινής κυβέρνησης καθιστά ανέφικτη την εφαρμογή της αναγκαίας πολιτικής που θα επιτρέψει την χώρα να ξεπεράσει την κρίση, το αδιέξοδο είμαι εμφανές και η πιθανότητα της κατάρρευσης είναι υπαρκτή, παρά της υπογραφή του τρίτου προγράμματος.

Η ενδεχόμενη εκλογή του κ. Μητσοτάκη θα είναι μια εξέλιξη που θα δημιουργήσει προσδοκίες αλλαγής των πολιτικών συσχετισμών. Μια ανασυγκρότηση της κεντροδεξιάς θα αποτελέσει ισχυρό καμπανάκι για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις και κυρίως για την κεντροαριστερά και τον εκτός Νέας Δημοκρατίας φιλελεύθερο χώρο να ανασυγκροτηθούν, να επαναπροσδιοριστούν πολιτικά και να αποτελέσουν τον έτερο κυβερνητικό εταίρο που θα έχει ανάγκη η Νέα Δημοκρατία για να κυβερνήσει, με την προϋπόθεση της συμφωνίας επί ενός συγκροτημένου και λεπτομερούς κυβερνητικού σχεδίου στην  κατεύθυνση της θεσμικής μεταρρύθμισης του κράτους, της φιλελευθεροποίησης της οικονομίας και της αλλαγής των όρων λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Μικροιδιοκτησιακές πρακτικές που παγίως επικράτησαν και επικρατούν ακόμα στους εν λόγω χώρους με προσχήματα ιδεολογικές ή άλλες  «καθαρότητες», αυτήν την φορά πρέπει να ξεπεραστούν. Στο δημοψήφισμα του καλοκαιριού, υπό δυσμενέστατες συνθήκες, κατεγράφη ένα ποσοστό της τάξης του 40% των φιλοευρωπαϊκων δυνάμεων. Αυτό το εκλογικό ποσοστό μπορεί να αποτελέσει την εκλογική βάση στην οποία θα πρέπει να εκφράσει μια σύμπραξη των ανανεωμένων κομμάτων της κεντροδεξιάς, της κεντροαριστεράς και του φιλελεύθερου χώρου. Αν αυτό επιτευχθεί, θα είναι η αφετηρία προκειμένου στρώματα τα οποία έχουν πληγεί πρωτίστως από την κρίση και έλκονται από τα λαϊκιστικά κόμματα της κυβέρνησης και όχι μόνο, να σκεφτούν να αλλάξουν την εκλογική τους συμπεριφορά.

Η δυναμική προς αυτήν την κατεύθυνση φαίνεται να σχηματοποιείται. Αν μετά το αποτέλεσμα της πρώτης Κυριακής των εσωκομματικών εκλογών της Νέας Δημοκρατίας είχαν την δυνατότητα να ψηφίσουν πολίτες που δεν προσήλθαν στην πρώτη ψηφοφορία, σήμερα θα γνωρίζαμε ήδη τον νικητή. Η ενδεχόμενη ανάδειξη του κ. Μητσοτάκη στην προεδρία της Νέας Δημοκρατίας, είναι πιθανόν να αποτελέσει αφετηρία εξελίξεων για όλο το πολιτικό σύστημα και η χώρα να εκπέμψει ένα θετικό μήνυμα πολιτικής ανατροπής, σε βάρος του κυρίαρχου λαϊκισμού που μέχρι στιγμής αποτελεί τον ανασχετικό παράγοντα για το ξεπέρασμα της κρίσης. Η ευκαιρία, αυτήν την φορά, δεν πρέπει να χαθεί.

 

από τον Σταύρος Γκουγκουλούδης για το Παρατηρητήριο

 

 

Advertisements