Όταν «Κυβερνώσα Αριστερά» σημαίνει να γίνεσαι αυτόκλητος υπερασπιστής του κάθε Πολάκη

12366150_10207802006745951_7288130277011600634_o

 

Σαρανταοκτώ ώρες είναι υπεραρκετές για την καλύτερη κυβέρνηση όλων των εποχών να μας δώσει σαφή δείγματα –όχι για πρώτη φορά βεβαίως- όσον αφορά τη δυσανεξία της στη δημοσιογραφική κριτική. Εκδίωξη των δημοσιογράφων στην Ειδομένη («για το καλό τους/καλό μας», όπως θα έλεγε και κάθε δικτατορίσκος σε αυτήν την περίπτωση), ο Τρύφων Αλεξιάδης θεώρησε καλό να στοχοποιήσει δημοσιογράφο που δεν του άρεσε και τέλος, ο εκ Σφακίων ορμώμενος ιατρός κύριος Πολάκης ο οποίος τόσο ως προς την κοψιά όσο και ως προς τους τρόπους, θα μπορούσε να κάνει τον πρόεδρο του Πανελληνίου συνδέσμου τραμπούκων να μοιάζει μέλος της Βουλής των Λόρδων μπροστά του.

Δυστυχώς είδαμε πως παρά το ότι η καλύτερη κυβέρνηση όλων των εποχών της ωραιότερης χώρας εκλεγμένη από τον εξυπνότερο λαό του κόσμου μας έδωσε μέσω της συνέντευξης του πρωθυπουργού στην ΕΡΤ ένα σαφές δείγμα του πώς θέλει να ασκείται η δημοσιογραφία, όπως περίπου χτυπάμε ένα μωρό να ρευτεί το γάλα του ας πούμε, εντούτοις υπάρχουν δημοσιογράφοι, από τα «διαπλεκόμενα» -τί άλλο!- ΜΜΕ που δεν δείχνουν διάθεση συνεργασίας και συμμόρφωσης. Αλλά πού θα πάει, θα στρώσουν, φαίνεται να σκέφτονται στην Κουμουνδούρου.

Όμως το θέμα δεν είναι εν προκειμένω αυτό. Μπορεί η δυσανεξία της κυβέρνησης της ΠρωτοΔευτέρας Φοράς Αριστεράς να έχει χτυπήσει κόκκινο αλλά θα πρέπει, νομίζω να σταθούμε και κάπου αλλού: στους τιμητές/αυτόκλητους υπερασπιστές. Παρακολούθησα, ας πούμε, με ειλικρινές ενδιαφέρον, στην περίπτωση Πολάκη πολλούς – μα πάρα πολλούς- στα ΜΚΔ να πετάγονται σα ραπανάκια και να σχολιάζουν σε αναρτήσεις άλλων που αναφέρονταν στην απαράδεκτη στάση του αναπληρωτή υπουργού και να προσπαθούν να δικαιολογήσουν τη συμπεριφορά Τρούμπας που επέδειξε ο εν λόγω. Κάποιοι εξ αυτών δε, δημοσιογράφοι που μπροστά στο πάθος και τον έρωτα που έχει γεμίσει την καρδιά τους η ΠΔΦΑ (μην ξαναγράφω όλο το κατεβατό) και όντες πούροι Αριστεροί, αν και ξεκίνησαν φιλώντας με ευλάβεια του χέρι του Λαμπράκη ή του Βουδούρη ή ακόμη ακόμη και του Γιώργου Κοσκωτά, και που με μεγάλη άνεση και ευκολία έβλεπαν την αγένεια ή την απρέπεια στον τρόπο που μίλησε ο συνάδελφός τους αλλά όχι στον τρόπο απάντησης του αναπληρωτή υπουργού.

Άνθρωποι που δεν βρήκαν ούτε μία λέξη να σχολιάσουν το Φλαμπουράρη, το Σταθάκη ή ακόμη και τον σε δυσμένεια πλέον Μητρόπουλο αλλά τους ενοχλούσε η αισθητική της Βούλτεψη, ο λαϊκισμός του Ντινόπουλου και οι παράνομες πινακίδες του Λιάπη, ξαφνικά βρήκαν την ευκαιρία να ξιφουλκήσουν υπέρ του Πολάκη που «προκλήθηκε και αντέδρασε», ακολουθώντας υπερασπιστική γραμμή που ούτε συνήγορος βιαστή δεν διανοείται πλέον να χρησιμοποιήσει.

Και μου δημιουργήθηκε μια απορία: γιατί; Γιατί κάποιος, όσο κι αν υπερασπίζεται την ΠΔΦΑ του Τσίπρα και του τσίρκου του, νιώθει την ανάγκη να υπερασπιστεί έναν τραμπούκο μόνο και μόνο γιατί είναι μέλος αυτού του τσίρκου; Γιατί θα πρέπει να κουβαλήσει αυτό το έρμα στις πλάτες του αντί να το αποποιηθεί; Πόσο δύσκολο είναι σε τελική ανάλυση να πει κάποιος «θεωρώ απαράδεκτη τη συμπεριφορά του αναπληρωτή υπουργού υγείας Πολάκη και την καταδικάζω. Τέτοιες συμπεριφορές δεν αρμόζουν σε έναν υπουργό και προφανώς δε συνάδουν με το ήθος της Αριστεράς»; Ή τα αντίστοιχα για τους Σταθάκη, Φλαμπουράρη, Μητρόπουλο που πολύ περισσότερο αφορούν ουσία και όχι τύπους. Δε θυμάμαι κανέναν Πασόκο ή Νεοδημοκράτη να έχει την παραμικρή δυσκολία να καταδικάσει τον Βουλγαράκη ή τον Τσοχατζόπουλο. Εδώ, γιατί;

Η εξήγηση είναι απλή. Εδώ και πέντε χρόνια, ο ΣΥΡΙΖΑ, αγκαζέ με τους ΑΝΕΛ αλλά και τους λοιπούς του αντιμνημονιακού μετώπου (δηλαδή τη ΧΑ, μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας), με τους αγανακτισμένους της άνω και της κάτω πλατείας, καλλιέργησαν στην ελληνική κοινωνία ένα εμφυλιοπολεμικό κλίμα μίσους, μιλώντας για «γερμανοτσολιάδες, Τσολάκογλου, κρεμάλες και προδότες», σε βαθμό πρωτοφανή για τα μεταπολιτευτικά δεδομένα. Στις δύο δε εκλογικές αναμετρήσεις του έτους, ο ΣΥΡΙΖΑ κατήλθε με συνθήματα όπως «Τελειώστε τους» και «Ή εμείς ή αυτοί», το τελευταίο δε αφού ο κύριος Τσίπρας είχε ικετεύσει και είχε λάβει τότε –ίσως και αφελώς τελικά- την πολυπόθητη συναίνεση για να φέρει τελικά το 3ο και επαχθέστερο μνημόνιο.

Μανιχαϊκά λοιπόν εξηγώντας μια σύνθετη πραγματικότητα η αντιμνημονιακή ρητορική κι επ’ αυτής ο νυν πρωθυπουργός, χώρισαν σε καλούς αντιμνημονιακούς και κακούς μνημονιακούς τους πολίτες και τα κόμματα. Όμοια με τη ρητορική του μετεμφυλιακού κράτους που κάθε αριστερός, έστω και κάπως αποκλίνων από την εθνικοφροσύνη, ήταν «κομμουνιστής, προδότης και εαμοβούλγαρος», η αντίπαλη πλευρά ταυτίζεται με το απόλυτο κακό, σε τέτοιο βαθμό που μπροστά στον κίνδυνο που αντιπροσωπεύουν «οι δυνάμεις της αντεπανάστασης», όπως ισχυριζόταν ο Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς όταν οργάνωνε μεθοδικά τη δικτατορία του, θα πρέπει όχι απλώς να ανεχόμαστε τις ιταμές συμπεριφορές υπουργών και στελεχών μας αλλά να τις υπερασπιζόμαστε κιόλας και μάλιστα ακόμη και χωρίς να μας το ζητήσουν!

Ταυτίστηκε ο ψηφοφόρος του ΣΥΡΙΖΑ με το τσίρκο που επέλεξε, ξεπέρασε την απλή σχέση ψηφοφόρου του τύπου «δεν μου κάνει αυτός, θα ψηφίσω τον άλλο». Γι’ αυτό και το «ΟΧΙ» τον Ιούλιο θριάμβευσε, γι’ αυτό κι ακόμη ακούγονται επιχειρήματα του τύπου «οι άλλοι δηλαδή ήταν καλύτεροι;», γι’ αυτό και οι εκλογές του Σεπτεμβρίου κερδήθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο συνεκτικός δεσμός πλέον ψηφοφόρου και κόμματος, ως προς το συγκεκριμένο, είναι τέτοιος που δικαιολογεί το φαινομενικά αδύνατον: να δικαιολογείται ο φοροδιαφεύγων υπουργός, η υπουργός που διορίζει δεξιά κι αριστερά τα ανίψια της, ο τραμπούκος που μιλάει όπως ο κουτσαβάκης της Τρούμπας.

Κάποια στιγμή, θα κατακάτσει ο κουρνιαχτός και θα περάσει όλο αυτό. Ας ελπίσουμε.

Υ.Γ1. Αλήθεια όμως, κι απευθύνομαι στους πούρους αριστερούς κι όχι τους νεόφυτους του 2012 και μετά, πώς θα έβλεπε τον Πολάκη ο Πουλαντζάς, ο Κύρκος ή ο Παπαγιαννάκης, το έχετε σκεφτεί σύντροφοι;
Υ.Γ.2 Όπως σωστά έγραψε κάποιος φίλος στο διαδίκτυο, ο Πολάκης καμία ψυχραιμία δεν έχασε, ούτε τυχαίο ήταν το όλο συμβάν. Απλούστατα, τώρα στις γιορτές, όταν με το ύφος βαρύμαγκα θα μπει στο καφενείο του χωριού του, ζωσμένος «τα κουμπούρια του», και θα παραγγείλει τις ρακές του, θα βρεθούν οι αναλόγου φυράματος με αυτόν ψηφοφόροι που θα πουν «μπράβο ρε λεβέντη, καλά τους τά’χωσες!».

Β.Κ. ή κατά κόσμον Σουλεϊμάν αλ Κανουνί.

Advertisements