Το κράτος (δεν) είμαι εγώ

1

Στις σκόπιμες παρανοήσεις που καλλιεργήθηκαν από την πλευρά του, με αντιμνημονιακό και αντιευρωπαϊκό πρόσημο φορτισμένου ΣΥΡΙΖΑ έρχεται να προστεθεί μία ακόμη: ότι οι μη συναινούντες απεργάζονται την πτώση της κυβέρνησης, και, κατά συνέπεια, τη μείωση της διαπραγματευτικής της δύναμης. Εμμέσως πλην σαφώς, δηλώνεται ότι όσοι δεν συναινούν (αλήθεια, σε τι άραγε; ) απεργάζονται την αποσταθεροποίηση της χώρας.

Σκιαγράφησα όσο μπορούσα καλύτερα, σε προηγούμενο άρθρο, το ποιος είναι αυτός που ζητάει τη συναίνεση και ποιοι είναι εκείνοι που καλούνται να ανταποκριθούν. Σκοπίμως ρίχνω το βάρος του παρόντος κειμένου στους δεύτερους. Αυτούς που χαρακτηρίστηκαν «ναιναίκοι», «γερμανοτσολιάδες», «εθνοπροδότες» και πολλά άλλα κοσμητικά επίθετα, γραφικά μεν, όχι στερουμένων βαρύτητας δε. Από αυτούς λοιπόν, τους εθνοπροδότες έρχεται ο κ. Τσίπρας, τρεις μήνες μετά την πρώτη υποστήριξη των κομμάτων της αντιπολίτευσης στα μέτρα που έφερε, και ζητάει δεύτερη συναίνεση. Και το επιχείρημα που προβάλλεται είναι η εθνική σταθερότητα.

Να ξεκαθαρίσουμε το εξής: η ταύτιση που επιδιώκει να επιτύχει ο κ. Τσίπρας, του προσώπου του και της κυβερνήσεώς του, με την σταθερότητα, είναι κάτι που εύκολα μπορεί να ξεπεραστεί, εάν και εφόσον διαπιστωθεί ότι τα μέτρα (στα οποία αυτός συμφώνησε και έβαλε την υπογραφή του, μαζί με τον έτερο συγκυβερνήτη κ. Καμμένο – και αυτό θα το υπενθυμίζουμε κάθε φορά, και για όσο χρειαστεί), συγκεκριμένα το ασφαλιστικό, ρίξουν την κυβέρνησή του. Οι ακραίες συνθήκες στις οποίες βρισκόμαστε, όπως έχει αποδειχτεί και στο παρελθόν, μπορούν να υπερβούν τη δημοκρατική νομιμοποίηση της ψήφου του εκλογικού σώματος με τη συγκρότηση της κυβέρνησης συνεργασίας.

Ούτως ή άλλως, με οποιαδήποτε κυβέρνηση, εκλεγμένη ή μη, τα μέτρα που θέλουν οι δανειστές θα περάσουν. Και το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε ως χώρα είναι αποτέλεσμα της διαχείρισης της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, τουλάχιστον από τις 25 Ιανουαρίου και εντεύθεν. Η τελευταία ίσως, έντιμη πράξη που απομένει στον κ. Τσίπρα να κάνει, αντί να κατηγορεί τα υπόλοιπα κόμματα (αλήθεια, πού ήταν αυτοί όταν υπέγραφε τη συμφωνία; ), είναι αυτή της παραδοχής. Των ψεμμάτων, του διχασμού, της αναποτελεσματικότητας. Γιατί η δική του πτώση δεν πρόκειται να σημάνει την πτώση της χώρας μαζί του. Και θεωρώ παντελώς ανήθικο το πρόταγμα της χώρας για τη δική του πολιτική επιβίωση. Ωστόσο, προτού φτάσουμε εκεί, προέχουν άλλα.

Όχι. Ουδείς εχέφρων αυτή τη στιγμή επιθυμεί την πτώση της καθ’ όλα νομιμοποιημένης συγκυβέρνησης Τσίπρα-Καμμένου (ενδεχομένως και Λεβέντη). Απεναντίας, επιθυμεί την άσκηση της εξουσίας από αυτήν, σύμφωνα με τα όσα έχει υπογράψει και συμφωνήσει με τους εταίρους. Τώρα, αν αυτά απέχουν παρασάγγας από την πολιτική ατζέντα του ΣΥΡΙΖΑ, χάρη στην οποία κατάφερε να υφαρπάξει την ψήφο των πολιτών, αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα, το οποίο όμως δεν είναι της παρούσης. Προτού λοιπόν φτάσει στην οριστική του κατάρρευση, αυτό που όλες οι πολιτικές δυνάμεις του ζητούν, είναι να κυβερνήσει. Εάν αδυνατεί να το κάνει, οφείλει να το παραδεχτεί πρώτιστα στους ψηφοφόρους του. Ειδάλλως, ας μάθει, έστω και ετεροχρονισμένα, έστω και με το δύσκολο τρόπο, ότι η άσκηση της εξουσίας δεν είναι ανέξοδη. Έχει κόστος, το οποίο κάποιες φορές είναι βαρύ. Αν ο κ. Τσίπρας γνώριζε ότι «διοικείν εστί προβλέπειν», ενδεχομένως να ακολουθούσε διαφορετική ατραπό στην άσκηση της πολιτικής του. Αυτό όμως αποτελεί γνώρισμα σοφού και χαρισματικού ηγέτη. Και μέχρι στιγμής, η ιστορία σημειώνει μόνο επιτυχημένες κινήσεις τακτικής εντός του κόμματός του. Στα της χώρας…

 

Ο Παλαιοπασόκος

Advertisements