Η αχρείαστη απολογία

1

 

Στην εποχή όπου συγκεκριμένα ιδεολογήματα και πολιτικές ατζέντες επικρατούν ανεξάρτητα από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία, όπου ακόμη και λέξεις φορτίζονται με πρόσημα διαφορετικά από το αρχικό τους νόημα και καθίστανται αρεστές ή όχι από τους φορείς της ατζέντας αυτής, οι διαφωνούντες (επίτηδες ο όρος αυτός αντί του «αντιφρονούντες») με μια άποψη καλούνται να απολογηθούν για το αντεπιχείρημα ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων, να τοποθετήσουν αστερίσκους και υποσημειώσεις ως απαιτούμενα τεκμήρια εγκυρότητας. Εγκυρότητας όχι ως προς το νόημα του αντεπιχειρήματος αυτού καθαυτό, αλλά ως προς την ίδια τη νομιμοποίηση της εκφοράς του.

Εξ ορισμού, η εν λόγω αναγκαιότητα τοποθετεί τον εκφέροντα το αντεπιχείρημα σε θέση μειονεκτική. Ειδικά δε, αν λάβουμε υπ’ όψη μας το πεδίο του λόγου που εκφέρεται δημόσια, ο σκοπός του αντεπιχειρήματος σχεδόν αχρηστεύεται σε μια προσπάθεια αιτιολόγησης ή επεξήγησης του αυτονόητου. Αυτό συνεπάγεται δύο τινά: το παντελώς ασύμβατο των κοσμοθεάσεων των συνομιλούντων (ως αιτία) και την ανυπαρξία κοινών σταθερών (ως αποτέλεσμα) που θα μπορούσαν να στηρίξουν την ύπαρξη της ίδιας της συζήτησης.

Δεν υπερασπίζομαι καμιάς μορφής ολοκληρωτισμό στην εκφορά κάποιας άποψης. Αναρωτιέμαι ως προς την αναγκαιότητα της ύπαρξής ενός οργουελικού newspeak το οποίο, στην υποτιθέμενη προσπάθειά του να εξαλείψει την ακρότητα, γίνεται ακραίο το ίδιο. Και διαφωνώ κάθετα στην όποια κοινή παραδοχή που έχει τη βάση της σε συμφωνίες απογορευτικής σιωπής που θα διαγράφει λέξεις (αργότερα ίσως και σκέψεις; ) από τη γλώσσα, κόβοντας, ράβοντας, κονταίνοντας και αποφορτίζοντας έναν ζωντανό οργανισμό, και εν τέλει απονεκρώνοντάς τον.

Ποιο θα μπορούσε να είναι το αντίδοτο; Δεν το γνωρίζω. Γνωρίζω ωστόσο ότι νομιμοποιούμαι να επιλέξω τους συνομιλητές μου. Όχι με βάση τα πολιτικά τους πιστεύω -αυτό θα ήταν άλλωστε ξεκάθαρη ανοησία- αλλά με βάση την ικανότητα παραδοχής ορισμένων αρχών που να επιτρέπουν την ύπαρξη αρχικά της συζήτησης. Ένα ακόμη προαπαιτούμενο (μήπως να έβρισκα άλλη λέξη; ) είναι σαφώς η ευγένεια, ακόμη κι αν ο διάλογος μπορεί να ενταθεί (χωρίς ένταση άλλωστε, κανένας διάλογος δεν έχει γούστο). Και από εκεί και πέρα μπορούμε να προχωρήσουμε. Είναι όμως πολύ σημαντικό να κρατήσουμε το δικαίωμα της επιλογής των συνομιλητών μας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα συγκροτήσουμε κλειστούς κύκλους επαφών, εντός των οποίων θα τρέφουμε τη φιλαυτία μας (οι καλύτεροι διάλογοι άλλωστε, κοινό μυστικό είναι, δεν ξεκινούν με συναινέσεις και παραδοχές).

Ένα ακόμη ερώτημα που προκύπτει αφορά στο ποιόν και την οντότητα των αστυνόμων της έκφρασης που συναντάμε καθημερινά, καθώς θεωρώ πως χρήζει ανάλυσης από επαγγελματία η εγγενής αντίφαση, στην οποία, ειρήσθω εν παρόδω είναι πολύ εύκολο να υποπέσουν και όσοι την καταγγέλλουν. Σε κάθε περίπτωση, δεν γίνεται να βρισκόμαστε υπόλογοι σε κάθε μορφής τραμπούκο, είτε αυτός φέρει γάντι είτε όχι. Εξίσου όμως σημαντική είναι και η προσπάθεια να μην ενστερνιστούμε, έστω και άθελά μας, εμείς αυτό το ρόλο για τον απέναντι.

Σίγουρα πάντως, αυτοί που πρέπει να τεθούν στο περιθώριο της όποιας συζήτησης είναι ακριβώς εκείνοι που, στο όνομά της φιμώνουν τον αντίλογο. Απέναντι σε αυτήν τη μερίδα των κατ’ ουσίαν ολοκληρωτιστών,των προερχομένων «εκατέρωθεν των πλευρών» , δεν γίνεται να αντιπαραβληθεί διάλογος. Απέναντι σε αυτούς, κάθε φόβος, κάθε υποσημείωση, κάθε απόπειρα επεξήγησης και απολογίας είναι παντελώς άχρηστα.

 

Ο Παλαιοπασόκος

Advertisements