Όταν το «ή εμείς ή αυτοί» γίνεται «εθνική συνεννόηση»

1

 

Φτάνουμε λοιπόν σε αυτό το μεταιχμιακό για την κυβέρνηση σημείο όπου γίνεται ξεκάθαρος ο κίνδυνος της απώλειας της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ως αποτέλεσμα της ψήφισης των προαπαιτουμένων για την είσπραξη της δόσης και εν όψει της ψήφισης του νομοσχεδίου για το ασφαλιστικό το Δεκέμβριο. Και αρχίζει σταδιακώς να τίθεται το αίτημα της συναίνεσης στην διαχείριση των Τσίπρα/Καμμένου (το ποιος το θέτει είναι ένα ακόμη ζήτημα, εφόσον δεν έχουμε ξεκάθαρη διατύπωση από την κυβέρνηση, ωστόσο κάνουμε μία παραδοχή του τύπου «έστω ότι», μιας και οι ενδείξεις συνηγορούν προς αυτήν την κατεύθυνση). Την ίδια στιγμή η ΝΔ βρίσκεται αντιμέτωπη με το φιάσκο της ψηφοφορίας για την ανάδειξη αρχηγού (θα αναλυθεί από τη σελίδα μας διεξοδικώς), ωστόσο τα εσωκομματικά της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν είναι ζήτημα μεγαλύτερης σημασίας από αυτό της κυβερνητικής διαχείρισης της χώρας. Και είναι εξίσου δύσκολη η κατανόηση του αιτήματος για την εις διπλούν συναίνεση. Και εξηγούμε:

Τη χρονιά που διανύουμε η χώρα έχει ήδη σημειώσει δύο εκλογικές αναμετρήσεις, στις οποίες δόθηκε ξεκάθαρη και ρητή εντολή στον κ. Τσίπρα να κυβερνήσει. Έχει ήδη διεξαχθεί ένα δημοψήφισμα, το οποίο δίχασε το εκλογικό σώμα, απεδείχθη κίβδηλο ως προς το ερώτημά του και είχε ως αποτέλεσμα το αντίθετο του (υποτίθεται) προσδοκώμενου. Παρόλα αυτά και εδώ η εντολή του εκλογικού σώματος ήταν εξίσου ρητή και ευκρινής. Τέλος, τα κόμματα της αντιπολίτευσης, έστω και για λόγους εντυπώσεων, έστω και για λόγους που έχουν να κάνουν με την πολιτική τους αυτή καθαυτή, στήριξαν το μνημόνιο που έφερε η συγκυβέρνηση Τσίπρα/Καμμένου στο κοινοβούλιο, όταν ο κίνδυνος εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη ήταν ante portas (σε αντίθεση με τα όσα έπραξε ο ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση. Το δε αίτημα του κ. Μεϊμαράκη, τότε διατυπωθέν σε όλους τους τόνους, για συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας, απερρίφθη επιδεικτικά). Και ερχόμαστε στο παρόν, όπου για δεύτερη ουσιαστικά φορά ο κ. Τσίπρας ενδέχεται να ζητάει από τα κόμματα της αντιπολίτευσης τη στήριξη, περνώντας ενδεχομένως και ένα μήνυμα σε όσους από την κυβέρνησή του δυσαρεστούνται με την υπογραφή των προαπαιτουμένων. Η ακολουθία των γεγονότων αυτών, αφενός θέτει υπό αμφισβήτηση το κύρος του λόγου της συγκυβέρνησης (που στις τελευταίες εκλογές δεν είχε καταρτίσει καν κάποιο πρόγραμμα, οι δε βασικές αρχές/θέσεις της δεν υπήρξαν ποτέ συγκεκριμένες), αφετέρου γεννά ερωτήματα ως προς την ύπαρξη τακτικών ελιγμών του κ. Τσίπρα στο εσωτερικό του κόμματός του, με στόχο τη μετάλλαξη και την απαλλαγή του από τα αντιευρωπαϊκά/αντιδραστικά στελέχη του (ήδη και αυτό έχει γίνει μία φορά). Θα είχε νόημα να δοθεί στήριξη στην παρούσα κυβέρνηση, εφόσον υπήρχε ξεκάθαρη ένδειξη ότι η στήριξη αυτή αποσκοπεί στη σταθερότητα, έστω και με τη λήψη δύσκολων μέτρων. Ωστόσο, τα γενόμενα, ο διχασμός, η έπαρση και οι κινήσεις της συγκυβέρνησης την εκάστοτε χρονική στιγμή συνηγορούν στην άποψη ότι η συναίνεση θα λειτουργήσει υπέρ της πολιτικής επιβίωσης του κ. Τσίπρα πολύ περισσότερο από την επιβίωση της χώρας αυτής καθαυτήν. Επιπλέον, έχει αρχίσει να γίνεται ξεκάθαρο πως θα ενισχύσει την έλλειψη εμπιστοσύνης του εκλογικού σώματος στο πολιτικό προσωπικό. Σε τελική ανάλυση, με ποιο έρεισμα ο κ. Τσίπρας ζητάει τη συναίνεση αυτών των οποίων τις εκκλήσεις εμφαντικά αγνοούσε;

Όλα τα παραπάνω δεν είναι παρά σκέψεις πάνω σε μια ακολουθία γεγονότων. Σκέψεις που γίνονται με πάγιο αίτημα την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, όχι ως σταθεράς σκέψης μόνο, αλλά ως μίας προοπτικής που είναι υλοποιήσιμη, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα αλλαγής φαύλων καταστάσεων, αναπροσαρμογής στα ευρωπαϊκά οικονομικά και πολιτικά δεδομένα και σθένος λήψης καίριων αποφάσεων στο εσωτερικό της. Τόσο όμως τα γενόμενα, όσο και η απουσία προγράμματος και αρχών (γιατί αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση μεταφράζει και εφαρμόζει τα νομοσχέδια που της αποστέλλουν οι εταίροι – ας το κρατούν στο μυαλό τους αυτό όσοι μιλούν για εθνική κυριαρχία, χάραξη πολιτικής και άλλα χαριτωμένα) καθώς και οι ελιγμοί του κ. Τσίπρα ένθεν κακείθεν του κόμματός του , φανερώνουν ότι το αίτημα της συναίνεσης γίνεται για την πολιτική του επιβίωση. Και αυτό δεν θα πρέπει να το επιτρέψει κανένα κόμμα (εξαιρουμένων των ΚΚΕ και Χρυσής Αυγής, από τα οποία απουσιάζει παντελώς κάθε ευρωπαϊκή προοπτική), αν δεν θέλει να θέσει σε κίνδυνο την όποια δυναμική του. Και σίγουρα όχι χωρίς την τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων, με κύρια την ανάληψη ευθυνών, από την πλευρά του κ. Τσίπρα, για τα λεχθέντα και τα πεπραγμένα του ως τώρα, καθώς και την παραδοχή των λαθών του. Η συγκρότηση κυβέρνησης διευρυμένης συνεργασίας θα μπορούσε να είναι εφικτή εάν και εφόσον θα διαλυόταν η παρούσα, ενισχύοντας το ρόλο του κ. Τσίπρα ως πρωθυπουργού (έχοντας ήδη παραιτηθεί από πρωθυπουργός της προηγούμενης κυβέρνησης), και έχοντας παράλληλα την απαιτούμενη δυναμική για την υπογραφή των δύσκολων προαπαιτουμένων. Και από εκεί μετά, θα μπορέσουν να τεθούν οι βάσεις για μία συζήτηση ως προς τα επόμενα. Ο αντίλογος λέει πως, κυβέρνηση που συγκροτείται το Σεπτέμβριο δεν μπορεί να πέσει το Δεκέμβριο, το δε κόστος της διεξαγωγής εκλογών για τρίτη φορά μέσα σε μία χρονιά είναι αδιανόητο, ενώ και η δημοκρατική νομιμοποίηση της κυβέρνησης συνεργασίας είναι επίσης υπό αμφισβήτηση. Αυτά όμως έπρεπε να ληφθούν πρωτίστως υπόψη από τον κυβερνητικό σχηματισμό ο οποίος με τους έως τώρα χειρισμούς του αφενός εξουδετέρωσε τη δυναμική της εκλογικής του βάσης αποτυγχάνοντας να τηρήσει τις δεσμεύσεις του, αφετέρου υπέγραψε και πλέον θέτει σε εφαρμογή μέτρα πολύ σκληρότερα από εκείνα που κατήγγελλε από τη θέση της αντιπολίτευσης.

Διότι, ας μην ξεχνάμε πως, το αίτημα της συναίνεσης είναι κάτι που προέκυψε εκτάκτως. Και προέκυψε ως αποτέλεσμα των εκτάκτων δυσμενών συνθηκών που δημιούργησε η ως τώρα διαχείριση του πρωθυπουργού και της συγκυβέρνησής του. Συνθήκες που, όπως αποδεικνύεται, μειώνουν δραστικά της αποστάσεις μεταξύ του «ή εμείς ή αυτοί» και της συναίνεσης.

 

Ο Παλαιοπασόκος

Advertisements