17η Νοεμβριου: μέρα τιμής της εθνικής μας αμηχανίας.

1

 

Αν σε κάτι έχω καταλήξει όσον αφορά τον εορτασμό της 17ης Νοεμβρίου είναι πως, πέρα από ημέρα τιμής προς τη Δημοκρατία, θα έπρεπε να τιμώνται και άλλα πράγματα, και σίγουρα, η εθνική μας αμηχανία. Γιατί, για κάποιο λόγο, όχι μεταφυσικό πάντως, όλοι, ανεξάρτητα από τον πολιτικό χώρο που ανήκουν, είναι αμήχανοι.

Και φυσικά δεν εννοώ μόνο κάποιους δυσκοίλιους συμπαθούντες της επταετίας που εντασσόμενοι σε αστικά κόμματα, δύσκολα κρύβουν τη δυσανεξία τους απέναντι στη μέρα, αναφερόμενοι στους γνωστούς μύθους περί μη πλουτισμού των χουντικών, περί μηδενικού χρέους που άφησε η χούντα και φυσικά, το αγαπημένο τους «η χούντα έκανε δρόμους», ούλτιμο επιχείρημα που μετά από αυτό ουδείς νομιμοποιείται να επισημαίνει λεπτομέρειες όπως στέρηση ελευθεριών, βασανιστήρια, ΕΑΤ-ΕΣΑ, Κύπρος.

Είναι όμως κι άλλοι, οι εξ ευωνύμων. Δεν νιώθουν άραγε αμηχανία τίνες των κομμουνιστών όταν τους αναφέρουν το τεύχος της Πανσπουδαστικής που κάνει λόγο για προβοκάτορες κλεισμένους μέσα στο Πολυτεχνείο; Ή αρκεί η πορεία στην αμερικανική πρεσβεία, η εντελώς μάταιη πορεία, για να καλύψει το γεγονός ότι τότε, το ΚΚΕ, παρακολουθούσε χωρίς να παίρνει θέση, όταν δεν καταδίκαζε, οτιδήποτε δεν εκπορευόταν από αυτό;

Κι οι άλλοτε πολυπληθείς ΠΑΣΟΚοι που τώρα συνωστίζονται στην Κουμουνδούρου; Άλλη αμηχανία εκεί. Αν και ίσως άδικη, για να πούμε του στραβού το δίκιο. Διότι πχ ο Τζουμάκας, αγωνίστηκε για Δημοκρατία κι αυτό δε σημαίνει πως δεν έχει δικαίωμα να γίνει υπουργός κλπ κλπ. Είναι ο λαϊκισμός που γνωρίσαμε στο απόγειο του στην ανωκάτω πλατεία: πούλησαν το Πολυτεχνείο όσοι έγιναν υπουργοί, βουλευτές, επιχειρηματίες. Λες κι η 17η Νοεμβρίου δεν ήταν ο αγώνας ακριβώς για να έχει ο καθένας το δικαίωμα και τη δυνατότητα να ασχοληθεί με τα κοινά και να γίνει βουλευτής, υπουργός, πρωθυπουργός; Δεν ήταν η επιθυμία για Δημοκρατία;

Κι από πού προκύπτει τελικά αυτή η αμηχανία; Μα, από την ενοχή. Εδώ είναι κι όλη η ουσία θεωρώ γύρω από τον εορτασμό της ημέρας του Πολυτεχνείου. Τι ήταν το Πολυτεχνείο; Ένα Αρκάδι. Ένα ολοκαύτωμα υπέρ της Δημοκρατίας. Μια γιορτή νιότης, προφανώς κι υπό την πρόσφατη σχετικά επίδραση του Γαλλικού Μάη του ’68, χωρίς καπελώματα, ταμπέλες. Τα υπερέβη όλα αυτά. Δεν έχει νόημα να σταθούμε στο πόσοι ήταν οι νεκροί. Αυτή η μπακαλίστική νοοτροπία «τιμητών» και αρνητών που προσβάλλει τη μνήμη και το θάρρος μιας χούφτας ανθρώπων. Γιατί, κι εδώ ακριβώς είναι η ενοχή, αν υπάρχει ένας μύθος είναι ο χαρακτηρισμός της «γενιάς του Πολυτεχνείου». Το κατόρθωμα του θάρρους των λίγων, μετά την πτώση της χούντας, το πήραν πολλοί. Οι κλεισμένοι εκείνη τη νύχτα στα σπίτια τους, οι αδιάφοροι, ή οι ακόμη χειρότεροι, όσοι θεωρούσαν πράξη αντίστασης, μια «Αυγή» χωμένη μέσα στα «Επίκαιρα» μαζί με ένα δίσκο του Θεοδωράκη υπό μάλλης.

«Του Έλληνος ο τράχηλος, ζυγό δεν υπομένει». Ουδέν αναληθέστερον τούτου. Με λίγες κατά τόπους εξεγέρσεις, και πάντα με υποδαύλιση από το εξωτερικό, υπέμεινε παραπάνω από τετρακόσια χρόνια την οθωμανική κυριαρχία. Τη δε χούντα, την είδε είτε με αδιαφορία, είτε με συμπάθεια. Η ακινησία πάντως είναι χαρακτηριστική. Παναγούλης, Μουστακλής, ακόμη και Σαββούρας τα λίγα ονόματα, πραγματικά ψυχωμένων που προσπάθησαν να αντισταθούν, να υψώσουν ανάστημα απέναντι στην τότε «εθνοσωτήριο». Το σύνολο του ελληνικού λαού, επτά χρόνια περί άλλων ετύρβαζε. Προς τούτο λοιπόν η ενοχή. Η ενοχή γιατί ακριβώς, μόνο το φωτεινό κατόρθωμα λίγων, τραγικά λίγων ανθρώπων με ψυχή και κουράγιο, έχει να επιδείξει. Γι’ αυτό κι έπρεπε να τι καπελώσει. Να το καπηλευτεί. Και τελικά να το ντροπιάσει, ταυτίζοντας το παράλληλα –εδώ η ευθύνη του άλλοτε ισχυρού ΠΑΣΟΚ- με ό,τι κατά καιρούς πολιτικά επεδίωκε. Ας μην αναφερθούμε στη Νέα Δημοκρατία, καθώς ούτε καν η υψίστης πολιτικής σημασίας επιλογή του ιδρυτού της, να διεξαχθούν οι πρώτες ελεύθερες εκλογές την 17η Νοεμβρίου 1974 στάθηκε αρκετή για να κατανοηθεί η σημασία του Πολυτεχνείου και να αγκαλιαστεί αναλόγως.

Έτσι λοιπόν, θα πρέπει την 17η Νοεμβρίου να τιμάμε την εθνική μας αμηχανία. Την αδυναμία να δούμε, την ώρα που έπρεπε και να αγκαλιάσουμε, όπως έπρεπε, αυτό που ήταν το Πολυτεχνείο. Κι αν το είχαμε κάνει –αυτό κι αν είναι σημάδι αμηχανίας και ενοχής συλλογικής ταυτόχρονα- θα μπορούσαν και θα νομιμοποιούνταν να φωνάζουν οι αγανακτισμένοι της ανωκάτω πλατείας συνθήματα για τη Χούντα και το ’73.

 

Β.Κ.

Advertisements