Η αυτοκριτική ως εμμονή (2)

1

 

Μίλησα και αλλού για την αυτοκριτική ως εμμονή, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί στην καλύτερη περίπτωση ως ιδεολογική αγκύλωση, στη χειρότερη ως καθαρή εθελοτυφλία (ειρήσθω εν παρόδω πως το ένα δεν αποκλείει το άλλο). Πληθώρα ανθρώπων, με παρουσία στα ΜΜΕ αλλά και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ανθρώπων που συνήθως έχουν τη φήμη του «μειλίχιου» και του «μετριοπαθούς», ενίοτε ενδεδυμένοι το μανδύα του ακαδημαϊκού (ενίοτε πάλι όχι), οικοδομούν μία επιχειρηματολογία η οποία θα στέκεται εμμέσως πλην σαφώς, τ’ ανάπαλιν ή και τούμπαλιν, βεβαίως βεβαίως, στους αντίποδες της κατ’ αυτούς ιδεολογικής δεσπόζουσας, οικοδομώντας λόγο με κορωνίδα ένα μεγάλο «ναι μεν, αλλά» [εφεξής καλούμενοι «ναιμεναλλάδες» (sic)].

Γράφει λοιπόν ο κύριος ναιμεναλλάς Τάδε, ένας από τους πολλούς που γράφουν τα ίδια και τα ίδια αυτές τις μέρες, περί της εκφυλισμένης, καταναλωτικής, ιμπεριαλιστικής Δύσης για την οποία το χτύπημα του Ισλαμικού Κράτους στο Παρίσι θα πρέπει να λειτουργεί ως κώδων κινδύνου, ως σάλπιγξ αφυπνίσεως ενάντια στην ατραπό της παρακμής στην οποία οδεύει (η Δύση, όχι το Ισλαμικό Κράτος, αυτό άλλωστε είναι φρέσκο και ακμάζει μέσα στο πολεμικό του σφρίγος). Για να πάρουμε λίγο τα πράγματα από την αρχή:

Το ότι οι μεγάλες πόλεις χωρίζονται σε γειτονιές όπου μένουν αστοί, σε γειτονιές όπου μένουν εργάτες, σε γειτονιές υποβαθμισμένες και σε γειτονιές ανωτέρων αντικειμενικών αξιών, δεν σημαίνει ότι οι παραπάνω, ουδεμιάς εξαιρουμένης, αποκλείονται από την πρόσβαση στο κέντρο. Επίσης, κάποιες περιοχές είναι από μόνες τους αρκετά μεγάλες, τόσο σε έκταση, όσο και σε πληθυσμό, ώστε να έχουν τα δικά τους κέντρα, τη δική τους αγορά κ.ο.κ. Ακόμη, το κέντρο μίας πόλης δεν είναι πάντοτε και η κατεξοχήν πλούσια περιοχή της. Με πιο απλά λόγια, ένας εργάτης που ζει στη Σταυρούπολη ή στον Εύοσμο μπορεί πάντοτε να περάσει το Σαββατόβραδό του σε κάποιο μαγαζί της Βαλαωρίτου, των Λαδάδικων ή της Παραλίας Θεσσαλονίκης. Ακόμη περισσότερο, μπορεί να πάει στο γήπεδο (το κατεξοχήν σημείο συνάντησης των μεσαίων και, κατά κύριο λόγω, των κατώτερων στρωμάτων – και πάλι, αυτό δεν είναι απόλυτο). Το ότι οι μακελάρηδες του Ισλαμικού Κράτους επέλεξαν να μείνουν σε υποβαθμισμένα προάστια του Παρισιού (εκκρεμεί επιβεβαίωση από τις γαλλικές αρχές ως προς αυτό) δεν τους καθιστά αυτομάτως και τους τελευταίους τροχούς της κοινωνικής αμάξης της έκφυλης Δύσης. Αφενός διότι δεν εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι με στόχο να διάγουν νόμιμη οικονομική δραστηριότητα (ο κ. ναιμεναλλάς αγνοεί τον στρατιωτικό όρο «κάλυψη/απόκρυψη»). Αφετέρου, σε συνέχεια του παραπάνω συλλογισμού μου, ο τόπος κατοικίας δεν είναι απόλυτο και ασφαλές δείγμα του κοινωνικού στάτους. Θα μπορούσα να σκεφτώ ένα ενδεχόμενο αντεπιχείρημα: για τα δεδομένα της κοινωνίας από την οποία προέρχονται, ενδεχομένως να αποτελούν και τους προνομιούχους που είναι σε θέση να κάνουν ένα ταξίδι από τη Συρία ως την Ευρώπη, εξοπλισμένοι με όπλα και μέσα (και με διαβατήρια, βεβαίως βεβαίως) τα οποία ξεπερνούν κατά πολύ τον μέσο μισθό ενός μεροκαματιάρη στη Ράκκα (λεπτομέρειες). Όσο για τα περί της «γαλλικής έπαρσης» απέναντι στους αλλόφυλους, ας θυμίσουμε στον ναιμεναλλά τα επιτεύγματα του Διαφωτισμού, της ανοχής και της αποδοχής του διαφορετικού, το Μάη του ’68, το επίσημο δόγμα ενσωμάτωσης των αλλοεθνών, τα κάθε λογής κινήματα που μπαίνουν κάτω από την ομπρέλα του τριπτύχου «Ελευθερία-Ισότητα-Αδελφότητα», για τα οποία η Γαλλία έχει να σεμνύνεται πολύ περισσότερο.

Ξεπερνώ τα όποια λογικά άλματα βλέπω συνεχώς σε ένα κείμενο που είναι κατάφορτο σε όλο του το μάκρος από αυθαιρεσίες, και στέκομαι σε ένα άλλο, πολύ σημαντικό κατ’ εμέ, σημείο, αυτό περί του αν δικαιούνται οι πολίτες της Δύσης (διευκρινίσεις ανά περίπτωση ποτέ, ίδιο το θύμα του Βataclan με τους US Marines, τη Λεγεώνα των Ξένων, τους Άγγλους αποικιοκράτες και τους Έλληνες αξιωματικούς που πολέμησαν στην Κορέα, όλα στο τσουβάλι κι ό, τι πάρεις εκατό) να υπερηφανεύονται για αυτήν, από τη στιγμή που είναι επιλεκτικά ευαίσθητοι και ιστορικά ασυνείδητοι. Να σας θυμίσω, κ. ναιμεναλλά, ότι η εκλογή των κυβερνώντων από το εκλογικό σώμα στηρίζεται μεν στην αρχή της αντιπροσώπευσης, δεν καθιστά όμως το εκλογικό σώμα υπεύθυνο για κάθε απόφαση και νομοθέτημα που παίρνουν. Ούτε δύναται το τελευταίο να προβλέψει τις κινήσεις τους. Βλέπει το πρόγραμμα του υποψήφιου πολιτικού σχηματισμού (βέβαια, στις τελευταίες εκλογές στη χώρα μας κάποια κόμματα δεν είχαν ούτε αυτό-κουβέντα να γίνεται) και επιλέγει με βάση αυτό. Τώρα, αν κάποιοι ηγέτες στην πορεία της πεφωτισμένης διακυβέρνησής τους αποφάσισαν να δοκιμάσουν πυρηνικά στον Ειρηνικό, να επέμβουν στρατιωτικά σε περιοχές χιλιάδες μίλια μακριά από τη μητρόπολη ή να εκμεταλλεύονται τις αποικίες τους σε βάρος των εκεί γηγενών, υπεύθυνοι είναι οι ίδιοι σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο απ’ ό, τι αυτοί που τους ψήφισαν. Όσο για το αν, σε βαθμό συλλογικό, οι πολίτες της έκφυλης Δύσης χαίρονται ή όχι με τα παραπάνω, δεν είμαι εγώ αυτός που θα το απαντήσει, καθώς δεν πιστεύω σε συλλογικές ή ταξικές (εξίσου συλλογικές) ηθικές. Πιστεύω στον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Σε πιο απλά ελληνικά, η αρχή της αντιπροσώπευσης δεν είναι τυφλοσούρτης με βάση τον οποίο αποδίδονται ευθύνες στο εκλογικό σώμα ανάλογα με τα ποσοστά των εκλογικών αναμετρήσεων.

Το να πιστεύετε ότι οι πολίτες των δυτικών χωρών (ξανά γενικώς και αορίστως), κ. ναιμεναλλά, είναι συλλογικά υπεύθυνοι για τις αποφάσεις των κυβερνήσεών τους είναι σαν να αποδέχεστε ότι όσοι ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2015 είναι υπεύθυνοι για την ελληνική παρακμή. Εγώ, που δεν ψήφισα ΣΥΡΙΖΑ, δεν το πιστεύω αυτό, αναγνωρίζοντας αφενός το σύνθετο του προβλήματος στο εν λόγω παράδειγμα, αφετέρου δεχόμενος ότι ο καθένας ψηφίζει με βάση τα δικά του πιστεύω, πιστεύω ατομικά και όχι συλλογικά. Από την άλλη βέβαια, αιτιολογείται η δική σας ανάγκη να ζητήσετε δημόσια συγγνώμη για τη δική σας ψήφο, αναγνωρίζοντας το δικό σας μερίδιο ευθύνης για την επιλογή σας.

Υ.Γ. Για όλα τα υπόλοιπα που κηρύττετε με πάθος, τα έχει εξηγήσει πολύ καλύτερα από μένα και έχει δώσει προ πολλού απάντηση ο Κορνήλιος Καστοριάδης στο δοκίμιό του «Το βαρύ προνόμιο της Δύσης». Αυτά για τα περί «ημών» και «άλλων». Σας προτείνω να το διαβάσετε.

 

Ο Παλαιοπασόκος

 

 

Advertisements