Βιαστική νεολαία

1

 

Είμαστε από τις χώρες με το υψηλότερο ποσοστό πτυχιούχων πανεπιστημίου στον κόσμο. Ταυτόχρονα, είμαστε η μόνη ευρωπαϊκή χώρα με 5-6% σταλινικών στο ΚΚΕ, άλλο τόσο μεταξύ ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και 5-6% χιτλερικών στη Χρυσή Αυγή κι άλλο τόσο, διάσπαρτο, σε πιο μικρά δεξιά κόμματα. Συνεπώς, είτε η Ιστορία οφείλει να επανεξετάσει τις κρίσεις της περί Στάλιν και Χίτλερ είτε το Υπουργείο Παιδείας να ελέγξει τι δασκάλους στέλνει στα σχολεία. Διότι ναι μεν η νεανική ορμή αρέσκεται στη δράση, ναι μεν ο νεανικός ενθουσιασμός υιοθετεί με ευκολία ουτοπίες, ναι μεν το νεανικό πάθος δεν λογαριάζει απάνθρωπες εκτροπές, αλλά ποιο το νόημα της εκπαίδευσης εάν δεν μπολιάζει όλα αυτά με αμφιβολίες, περίσκεψη και διάθεση αποφυγής παλιότερων θηριωδιών;

Βέβαια, εάν ήταν τόσο απλό, οι πόλεμοι θα είχαν σταματήσει στα τέλη του 19ου αιώνα, με τη διάδοση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Αντίθετα, ήταν η πρώτη γενιά γενικευμένης εγγραμματοσύνης που προσβλήθηκε από τον σοβινιστικό πυρετό του 1914 και ρίχτηκε στο μακελειό του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αγωνιώντας μην της λείψει τόσο εξαίσια εμπειρία. Με υπερεγγράμματους σαραντάρηδες μάλιστα, όπως ο Μαρσέλ Προυστ ή ο Πωλ Κλοντέλ στη Γαλλία, ο Τζ. Κ. Τσέστερτον ή ο Χ. Τζ. Oυέλλς στην Αγγλία και ο ποιητής Στέφαν Γκεόργκε ή ο φυσικός Μαξ Πλανκ στη Γερμανία, να θέλουν να μετατρέψουν «σε ξιφολόγχες τις λέξεις», να υμνήσουν τη «δόξα του πολεμιστή» ή να εξάρουν την «αποστολή των Γερμανών στην αναγέννηση του πολιτισμού». Στις ελάχιστες εξαιρέσεις διασήμων που καταδίκαζαν τον πόλεμο ήταν ο Μπέρτραντ Ράσελ στην Αγγλία και ο Ρομαίν Ρολλάν στη Γαλλία. Αλλά ο ένας έφτανε τότε τα 45 κι ο άλλος τα 50.

Στα σφαγεία των χαρακωμάτων πολλοί αναλογίστηκαν τη φράση του Ράσελ: «Ποτέ δεν θα πέθαινα για τις ιδέες μου, καθώς μπορεί να είναι λαθεμένες». Αυτό, όμως, δεν εμπόδισε άλλους να περάσουν από τη βία των πολεμικών μετώπων στη βία των επαναστατικών ανατροπών. Οι ομάδες 20χρονων που δημιούργησε ο ιταλικός στρατός το 1917 για τις πιο ριψοκίνδυνες αποστολές –η «αριστοκρατία του θάρρους» όπως τους χαρακτήρισε ο Γκαμπριέλε Ντ’ Αννούντσιο– έσπευσαν να στελεχώσουν την πολιτοφυλακή του Μουσολίνι. Ενσαρκώσεις του φασιστικού «νέου ανθρώπου», στέλνονταν να εμποδίσουν την κομμουνιστική απειλή, επίκεντρο της οποίας ήταν μια εξίσου θαρραλέα νεότητα. Νεότητα η οποία έβρισκε «τον πιο σύντομο δρόμο για τον σοσιαλισμό» στον «αδύναμο κρίκο» της φεουδαλικής Ρωσίας.

Το 1917, μόνο 10% του μπολσεβίκικου κόμματος ήταν άνω των 40 ετών. Ο Λένιν ήταν 47, αλλά ο Τρότσκι 37, ο Ζινόβιεφ 35, ο Κάμενεφ 34, ο Μπουχάριν 29, ο Τουχατσέφσκι, από τους βασικούς διοικητές του Κόκκινου Στρατού, ούτε καν 21, κι ο Στάλιν 39. Για να ξεμπερδέψουν με οτιδήποτε παλιό, δεν δίστασαν να εκτελέσουν τα παιδιά του τσάρου Νικόλαου Β΄ ή να εξοντώσουν εκατομμύρια αγροτών, ώστε να διδάξουν την ιστορική αναγκαιότητα των κολχόζ. Κι ενώ η Νάντια Κρούπσκαγια, η συνομήλικη σύζυγος του Λένιν, σύστηνε στις κομμουνίστριες να μην ενδίδουν στη φιλαρέσκεια του αστικού ατομικισμού, να μη μακιγιάρονται και να ντύνονται σεμνά, ο 25χρονος Μαγιακόφσκι παρότρυνε την κομματική νεολαία των Κομσομόλων να «τραβήξουν το μέλλον από τα μαλλιά».

Ανάλογα ορμητική νεότητα έχει να παρουσιάσει και ο ναζισμός. Γεννημένος το 1889, ο Χίτλερ ήταν 31 όταν ίδρυε το κόμμα του το 1920, ο Χέρμαν Γκέρινγκ, ο Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ και ο Γιόζεφ Γκέμπελς ακόμη νεότεροι, ενώ ο Άντολφ Άιχμαν κάτω των 20. Το 1923 σκοτώθηκε ο 25χρονος Λέο Σλάγκετερ, μαχόμενος τη γαλλική κατοχή του Ρουρ, κι έγινε μάρτυρας του ναζιστικού κόμματος. Μια δεκαετία μετά, η «θυσία» του ενέπνευσε θεατρικό έργο στον 33χρονο Χανς Γιοστ, όπου διατυπώνεται η φράση-έμβλημα του ναζισμού: «Όταν ακούω τη λέξη κουλτούρα απασφαλίζω το πιστόλι μου». (Ίσως το πιο χαρακτηριστικό δείγμα αντίληψης για την υπεροχή της δράσης έναντι του στοχασμού.)

Θρίαμβος της νεανικής δράσης και διεκδίκηση του ανέφικτου ίσχυσαν και τον Μάη του ’68. Ωστόσο η εξέγερση δεν έβγαλε σταλινικούς ή χιτλερικούς ούτε κόστισε ανθρώπινες ζωές, παρά τις τεράστιες υλικές ζημιές. Κόστισε μόνο φιλοσόφους λίγο κάτω ή λίγο άνω των 40, όπως οι Ζακ Ντεριντά και Μισέλ Φουκώ, που δικαίωσαν το ανατρεπτικό πνεύμα καταδικάζοντας την ανθρωπιστική παράδοση και κληροδότησαν έναν μεταστρουκτουραλισμό που καταλύει κάθε αντιστοιχία μεταξύ λεγομένων και εμπράγματων συνθηκών. Έστω με πλήγμα στον ορθολογισμό της, η Ευρώπη μάθαινε, χάρη στην παιδεία της, να μη φτάνει σε μακελειά για να εγείρει αιτήματα κοινωνικών αλλαγών.

Στη χώρα μας, είτε γιατί συνεχίσαμε έναν πολυετή εμφύλιο αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είτε γιατί η αφθονία των τίτλων σπουδών δεν αντιστοιχεί σε ανάλογα σπουδασμένους, εξακολουθήσαμε να μετράμε νεκρούς σε κάθε μεγάλη διαδήλωση και να ανεχόμαστε κόμματα που προτείνουν κοινωνίες ολοκληρωτισμού. Μα με τις εκκλήσεις των κ. Γλέζου και Λαφαζάνη ή την αρθρογραφία του κ. Κοτζιά, περί «ηρωικών συγκρούσεων», «κατάληψης υψωμάτων», «προδοτών» κ.λπ., καθώς και με συνθήματα του είδους: «συμφέρον όλων είναι να μην υπάρχουν συμφέροντα» (όπου κρύβεται η περίφημη: κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, από το σοβιετικό σύνταγμα του 1918), πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι που δεν φτάσαμε ακόμη σε νέο εμφύλιο μακελειό. Δεδομένου ότι η νεολαία ασπάζεται μαζικά τέτοιες μεγαλοστομίες, ενώ τα μεγαλύτερα ποσοστά της η Χρυσή Αυγή τα πετυχαίνει επίσης μεταξύ νέων.

Το «giovinezza, giovinezza…» (νιάτα, νιάτα, άνοιξη της ομορφιάς) δεν έγινε άδικα ύμνος της φασιστικής νεολαίας το 1922-23. Εξέφραζε τη βιασύνη αλλαγής του κόσμου, χωρίς περίσκεψη για το πού τείνει η αλλαγή. Τελικό συμπέρασμα, ασφαλώς, δεν είναι ότι μόνο οι άνω των 40 πρέπει να έχουν δικαίωμα ψήφου. Είναι, όμως, ότι η παιδεία διατηρεί πάρα πολύ κρίσιμο ρόλο.

 

Βιαστική νεολαία από τον ΠΕΤΡΟ ΜΑΡΤΙΝΙΔΗ , αναδημοσίευση από το The Athens Review of books

 

 

Giovinezza, giovinezza, primavera di belezza…

Advertisements