Ας ξεχάσουμε τον Νίκο Ρωμανό.

 

1

 

Πάντως, αν μη τι άλλο, σε αυτήν την τρισχαριτωμένη χώρα, δεν πλήττουμε ποτέ. Μπορεί να περνάμε δύσκολα, μπορεί να κυριαρχεί η αβεβαιότητα, μπορεί να μην ξέρουμε τι μας ξημερώνει με αυτό το απίθανο τσίρκο που εν τη σοφία του ο ιδιοφυής ελληνικός λαός εξέλεξε αλλά, δεν πλήττουμε! Πάντα, μα μια απίθανη δήλωση, μα μια εξωφρενική ενέργεια, μα μια απίστευτη αποκάλυψη, οι μέρες μας περνούν χαράζοντας στα πρόσωπά μας χαμόγελα, συνήθως πικρά, αλλά πάντως χαμόγελα.

Εντός λοιπόν αυτού του πλαισίου κι εν μέσω μιας απεργίας Κράμερ εναντίον Κράμερ, ή άλλως πώς, ΣΥΡΙΖΑ εναντίον ΣΥΡΙΖΑ, όπου αποδεικνύεται για μία ακόμη φορά πως η Ελλάς είναι η χώρα του υπαρκτού σουρεαλισμού, τσούπ, να σου κι η επιστολή του Νίκου Ρωμανού.

Καταρχάς, η ευχάριστη είδηση είναι ότι ο Νίκος Ρωμανός γνωρίζει γραφή. Η εικόνα και η νοοτροπία ενός προγλωσσικού Νεάτερνταλ όπως ο περί ου ο λόγος, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας και προσωπικά θεωρούσα ότι ο νεανίας γνώριζε μόνο να γρυλίζει. Γνωρίζει λοιπόν και να γράφει. Εδώ όμως ξεκινούν τα προβλήματα.

Αφενός, ο Νίκος Ρωμανός δείχνει να εκθέτει ανεπανόρθωτα το σχολείο του και τον καθηγητή του κύριο Θαλάσση που –να μην ξεχνιόμαστε- αξιοποίησε αμέσως αμέσως η Πρώτη Φορά Αριστερά της αλησμόνητης ΠτΒ Ζωής. Και μόνο για τα κάκιστα ελληνικά του κειμένου της επιστολής Ρωμανού, νομίζω πως όλοι θα συντασσόμασταν παρά το πλευρό του Νίκου Φίλη και θα υποστηρίζαμε ο ΦΠΑ στα ιδιωτικά σχολεία να ανέβει όχι στο 23 αλλά στο 43%. Αφετέρου, ο Νίκος Ρωμανός δείχνει να κληρονόμησε το συγγραφικό τάλαντο της μητρός του, όπου σημαίνει ότι τα Άρλεκιν και τα Νόρα, φαντάζουν τουλάχιστον Borges ενώ προσωπικά, ομολογώ πως έπιασα τον εαυτό μου να νοσταλγεί τη λογοτεχνική αρτιότητα των προκηρύξεων της 17Ν, που συγκριτικά με την επιστολή Ρωμανού θα μπορούσε κανείς να εικάσει ότι προέκυπταν από τη γραφίδα ενός Steiner ή ενός Eco.

Και κάπου εδώ τελειώνει και το όποιο ενδιαφέρον μπορεί να βρει κανείς στην επιστολή Ρωμανού. Γιατί φυσικά, επί της ουσίας είναι και επικίνδυνο αλλά και αφελές να ασχοληθεί κανείς. Είναι σαν να ακολουθείς το λογική του παραλόγου. Βγαίνει άκρη; Βρίσκεις νόημα; Μπορεί πχ κανείς να σχολιάσει με σοβαρότητα και νηφαλιότητα τις δηλώσεις του θρυλικού εκείνου αντιπροέδρου ΠΑΕ που μας ενημέρωνε πως «εμείς θέλαμε, αλλά αυτοί δε θέλανε και τότε κι εμείς δε θέλαμε αλλά μετά θέλαμε που θέλανε ενώ θέλαμε και δε θέλαμε»; Ασφαλώς όχι. Ε, το ίδιο πράγμα συμβαίνει κι εδώ.

«Και γιατί ρε μάστορα γράφεις όλα τούτα για να μας πεις τελικά ότι δεν αξίζει να ασχολούμαστε;», θα ρωτήσεις ταλαίπωρε αναγνώστη. Κι απαντώ: γιατί δυστυχώς, μια ολόκληρη κοινωνία, μαζί με την Πολιτεία, μπήκε, καθ’ υπόδειξιν του Ρωμανού, στη λογική του παραλόγου. Κι όχι τώρα. Από τον περιβόητο Δεκέμβρη του 2008. Λέει σε μια αποστροφή της επιστολής του ο Ρωμανός, αναφερόμενος στην καταραμένη νύχτα της 6ης Δεκεμβρίου και στη δολοφονία Γρηγορόπουλου:

«Όχι, δεν επρόκειτο για ένα αθώο παιδί και έναν παρανοϊκό μπάτσο, που βρέθηκαν σε λάθος μέρος τη λάθος στιγμή, αλλά για έναν εξεγερμένο νεαρό σύντροφο, που επιτέθηκε σε ένα περιπολικό, σε μια περιοχή όπου οι συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής ήταν συχνές, και για έναν μπάτσο που περιπολούσε στην ίδια περιοχή και, από μια προσωπική του αντίληψη για την τιμή και την υπόληψη της αστυνομίας, αποφάσισε να αντιμετωπίσει τους ταραξίες μόνος του. Ήταν μια σύγκρουση μεταξύ δύο αντίρροπων δυνάμεων: από τη μία η Εξέγερση κι από την άλλη η Εξουσία, και οι βασικοί πρωταγωνιστές της σύγκρουσης αυτής εκπροσωπούσαν ο καθένας τη δική του πλευρά.»

Τι λέει; Ό,τι έλεγε κι ο συνήγορος του δολοφόνου Κορκονέα. Κι όμως η ελληνική κοινωνία στο σύνολό της, θεώρησε, θεωρούσε και είμαι βέβαιος πως θεωρεί πως απλώς ένας μπάτσος έβγαλε όπλο και πυροβόλησε εναντίον ανυποψίαστων περαστικών. (Και μην αρχίσουν οι ανοησίες, προφανώς και δεν επιτρέπεται να βγάλει ένα όργανο της τάξεως έτσι όπλο, πολύ δε περισσότερο να πυροβολήσει, ακόμη και στον αέρα κλπ κλπ κι εν πάση περιπτώσει υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες «εμπλοκής» και προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο, που προφανώς δε συνέτρεχαν εν προκειμένω και σε καμία περίπτωση δεν εξισώνουμε θύτη και θύμα. Τέλος.)

Κι όμως σύσσωμη η κοινωνία, η Πολιτεία, η Δικαιοσύνη, δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει με την απαιτούμενη αυστηρότητα αλλά και την αναγκαία νηφαλιότητα όλη εκείνη την κατάσταση. Μέχρι το σημείο να συνδέσουν τα εγκλήματα Ρωμανού με τη δολοφονία Γρηγορόπουλου έφτασαν οι επαγγελματίες ευαίσθητοι ή οι χρήσιμοι ηλίθιοι. Τέλεια!

Κατά τα λοιπά ο νεαρός κακοποιός μας δείχνει μόνο το αρρωστημένο μίσος του. Υποθέτω, μισεί τον εαυτό του, κι έχει δίκιο. Ή τους γονείς του, και πάλι έχει δίκιο. Μπορώ κάλλιστα να κατανοήσω στη στρεβλή ή και ανύπαρκτη ανατροφή του τον άρρωστο ψυχισμό του και να νιώσω θλίψη γι’ αυτό αλλά μέχρι εκεί. Κατανοώ, δεν δικαιολογώ. Με θλίβει που αυτός ο νέος μισεί κάθε άνθρωπο που είναι ευτυχισμένος, που είναι ανίκανος να αγαπήσει ή ακόμη και να λυπηθεί τον εαυτό του αλλά μέχρι εκεί. Τον λυπάμαι γιατί μισεί. Αλλά μόνο αυτό. Και θεωρώ πως δεν πρέπει κανείς, ΜΜΕ, πολιτικά κόμματα, φορείς και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο να συνεχίσουν να προβάλλουν τις απόψεις ενός ανθρώπου που καταρχήν, (κοινός ίσως τόπος σε μεγάλο τμήμα της Αριστεράς) μισεί αυτούς που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται.

Ο Νίκος Ρωμανός δεν είναι ούτε εξεγερμένος, ούτε πολιτικός ακτιβιστής, ούτε αναρχικός, ούτε καν τρομοκράτης. Είναι μια γκροτέσκο εκδοχή όλων αυτών που η νηπιώδης «επαναστατική» του σκέψη και η αφελής αλλά επικίνδυνη δράση του γεννήθηκε μάλλον από τα συμπλέγματα παιδιού παραμελημένου και κακομαθημένου μαζί. Κι αφού δεν μπορούμε να τον βοηθήσουμε – ο ίδιος δεν το θέλει νομίζω- δύο πράγματα μπορούμε να κάνουμε, σκληρά και τα δύο δυστυχώς. Να μην του επιτρέψουμε να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο επικίνδυνος και να τον ξεχάσουμε. Κυρίως να τον ξεχάσουμε.

 

Β.Κ. ή κατά κόσμον Σουλεϊμάν αλ Κανουνί.

Advertisements