Η παθογένεια του φιλελευθερισμού στην Ελλάδα

Παρατηρητήριο

του Ρόναλντ Μαϊνάρντους*

Από την σκοπιά του φιλελευθερισμού, η μόνη θετική όψη της κρίσης στην Ελλάδα είναι ίσως ότι οι φιλελεύθεροι δεν μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνοι για αυτήν καθώς, ως πολιτική δύναμη ήταν ανίσχυροι και πολύ μακριά από την εξουσία και την ευθύνη της. Αυτό είναι ελάχιστα παρήγορο καθώς, όπως θα προσπαθήσω να αποδείξω, η Ελλάδα θα βρισκόταν σε πολύ καλύτερη θέση αν είχε μια φιλελεύθερη διακυβέρνηση. Εύλογα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι δεν θα βρισκόταν στη σημερινή δυσμενή θέση αν, στο πρόσφατο παρελθόν, είχαν εφαρμοστεί κάποιες βασικές αρχές του φιλελευθερισμού. Κατ΄ επέκταση, οι φιλελεύθεροι στην Ελλάδα δεν είναι άμοιροι ευθυνών, αλλά εμμέσως υπεύθυνοι λόγω της αδυναμίας τους και της έλλειψης πολιτικής πυγμής και αποφασιστικότητας.

Το 1974 αποτελεί σημείο καμπής στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Τα χρόνια που ακολούθησαν, δύο κόμματα μονοπώλησαν την πολιτική σκηνή και την εξουσία: η «συντηρητική», δεξιά παράταξη της  Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ) και το «σοσιαλιστικό», αριστερό, Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ). Αν και τα δύο αυτά κόμματα διέφεραν τόσο ως προς τα προγράμματα ως και ως προς την κοινωνιολογική τους σύνθεση, αμφότερα τροφοδότησαν ένα σύστημα το οποίο, οι εξ Αθηνών ορμώμενοι φιλελεύθεροι, χαρακτηρίζουν κριτικά, ως ένα συνδυασμό πελατειακού κράτους και σοσιαλιστικού κρατισμού. Και τα δύο αυτά πολιτικά κόμματα βασίστηκαν σε πελατειακές πρακτικές προκειμένου να ανέλθουν και να παραμείνουν στην εξουσία. Κατά συνέπεια, διόγκωσαν τον κρατικό τομέα προκειμένου να ικανοποιήσουν απαιτήσεις και προσδοκίες των ποικίλων «πελατών» τους.

Οι αρχές του φιλελευθερισμού όπως η ελεύθερη αγορά, ο ανταγωνισμός, το κράτος δικαίου, οι ίσες ευκαιρίες -για να αναφέρουμε τις βασικότερες που σχετίζονται με την προβληματική μας- δεν μπορούν να συμβαδίσουν με το πελατειακό σύστημα και τον κρατισμό. Ενώ ο φιλελευθερισμός επιτάσσει τη δημιουργία ενός μικρού και αποτελεσματικού κράτους, οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις δημιούργησαν ένα υπερκράτος το οποίο έγινε γνωστό για την αναποτελεσματικότητα του.

Εκτός από τις οργανωτικές τους ελλείψεις, οι φιλελεύθεροι στην Ελλάδα, χαρακτηρίζονται από προγραμματική και ιδεολογική αδυναμία: Έχουν ηττηθεί στον πόλεμο των ιδεών. Πρόκειται μάλιστα για μια συντριπτική ήττα. Δεν είμαι ενήμερος για σχετικές δημοσκοπήσεις αλλά από συζητήσεις με Έλληνες έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι, για τους περισσότερους, οι κρατικές πολιτικές είναι πολύ πιο ελκυστικές από αρχές του φιλελευθερισμού όπως η ιδιωτική πρωτοβουλία και η ατομική ευθύνη. Η πεποίθηση ότι η παντοδυναμία του κράτους σε συνδυασμό με τα οφέλη των κρατικών παροχών ακρωτηρίασε την εθνική οικονομία. Οι Έλληνες, σήμερα και πολλά χρόνια ακόμα θα αναγκασθούν να πληρώσουν το λογαριασμό των μη βιώσιμων πολιτικών του παρελθόντος.

Το πελατειακό κράτος έχει μακρά παράδοση. Οι ρίζες του ανάγονται στα σκοτεινά χρόνια της ξένης κηδεμονίας. Μολονότι η Ελλάδα υπήρξε ανέκαθεν έθνος εμπόρων, οι σημερινοί Έλληνες, κατά μέσο όρο, ελάχιστα γνωρίζουν περί των πλεονεκτημάτων της ελεύθερης αγοράς. Αυτή η νοοτροπία είχε τεράστιο αντίκτυπο στον τρόπο που ψήφιζε το εκλογικό σώμα˙ καθόριζε τις προτιμήσεις των υποστηρικτών,  ευνοώντας την ψήφιση λαϊκίστικων προτάσεων και τελικά αποτελούσε εμπόδιο στις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις.

Η Ελλάδα βίωσε για πρώτη φορά τον κολοφώνα των πολιτικών κηδεμονίας και του σοσιαλιστικού κρατισμού τη δεκαετία του ’80. Ήταν τα χρόνια του Ανδρέα Παπανδρέου, ενός κατ’ εξοχήν λαϊκιστή που ήξερε όσο λίγοι να κινητοποιεί τις μάζες. Η ειρωνεία της τύχης είναι ότι αυτή η εποχή συνέπεσε με την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Ακόμη και σήμερα, πολλοί Έλληνες, οι λεγόμενοι «μη προνομιούχοι», αναπολούν με νοσταλγία εκείνη την εποχή των γενναιόδωρων δημόσιων παροχών, όταν το «Δωσ’ τα όλα» ήταν το σύνθημα της λαϊκίστικής κυβερνητικής προπαγάνδας και της πολιτικής πρακτικής. Ήδη τότε είχε τεθεί η βάση της δημοσιονομικής καταστροφής που έχει ενσκήψει τώρα στη χώρα.

Ίσως η πιο σοβαρή ζημιά έχει συντελεστεί στη συλλογική συνείδηση του έθνους. Το γεγονός ότι η εξασφάλιση μιας καλοπληρωμένης αργομισθίας στο δημόσιο τομέα είναι η υψηλότερη φιλοδοξία ενός ολόκληρου λαού, δεν συνάδει με τη δυναμική οικονομική πολιτική και την αναγνώριση των επιταγών του φιλελευθερισμού για οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.

Στο πρόσφατο παρελθόν, όλο και περισσότεροι άνθρωποι απορρίπτουν τα δύο παραδοσιακά παλαιά πολιτικά κόμματα και τον τρόπο που χειρίστηκαν την οικονομική κρίση. Ωστόσο, δεν στράφηκαν σε μία πιθανή φιλελεύθερη εναλλακτική λύση. Έχουν μετακινηθεί προς ένα αριστερής απόκλισης κόμμα με την ελπίδα ότι, περισσότερος και όχι λιγότερος σοσιαλισμός θα οδηγήσει σε ένα καλύτερο μέλλον. Σήμερα, οι Έλληνες έχουν κατανοήσει το λάθος τους. Σταδιακά, αντιμετωπίζουν την οδυνηρή πραγματικότητα ότι τα πράγματα πρέπει να επιδεινωθούν πριν βελτιωθούν.

Τα τελευταία χρόνια, κατεβλήθησαν διάφορες προσπάθειες για τη σύσταση φιλελεύθερων πολιτικών κομμάτων. Ουσιαστικά, οι προσπάθειες αυτές υπολείπονταν σε συντονισμό και σε σαφή στρατηγική. Μείζων αδυναμία των φιλελεύθερων οργανωτικών προσπαθειών ήταν ο ελιτισμός τους. Επίδοξοι πολιτικοί παράγοντες γεμάτοι φιλοδοξίες και μια χούφτα υποστηρικτών συναντώνται σε ξενοδοχεία ή σε ιδιωτικούς χώρους και μιλούν μία γλώσσα που σπάνια αγγίζει τις μάζες. Η προσέγγιση «από πάνω προς τα κάτω» δεν αποτελεί ποτέ καλό σχέδιο, πολλώ δε μάλλον σε μια κοινωνία όπως είναι η ελληνική όπου η πολιτική παραμένει κυρίαρχο θέμα στα καφενεία και, τελευταία, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Επιπλέον, οι περισσότερες προσπάθειες σύστασης φιλελευθέρων κομμάτων είχαν ως κίνητρο την προσωπική φιλοδοξία. Οι ατομικές ιδιομορφίες και οι εγωισμοί υπέσκαψαν τη δημιουργία μαζικής βάσης. Η αδυναμία είναι πάντα μειονέκτημα.

Χειρότερος ακόμη είναι ο συνδυασμός αδυναμίας και έλλειψης ενότητας.

Άλλο μειονέκτημα του ελληνικού φιλελευθερισμού είναι η ανυπομονησία. Χαρακτηριστικά, συχνά τα φιλελεύθερα κόμματα δραστηριοποιούνται λίγο πριν τις εκλογές. Αυτή δεν είναι η καλύτερη χρονική στιγμή. Αν αποτύχουν στο μοναδικό σημαντικό στόχο τους που είναι η εκλογή του ηγέτη ή των ηγετών, τότε τα κόμματα αυτά μπορεί σύντομα να εξαφανιστούν, καταδικασμένα στη λήθη. Συχνά όμως η ήττα δεν αποτελεί το τέλος μιας πολιτικής σταδιοδρομίας καθώς μπορεί να οδηγήσει σε πολιτική μετακίνηση σε ένα από τα μεγάλα κόμματα. Για τους έλληνες φιλελεύθερους η προσφιλέστερη και ασφαλέστερη στέγη υπήρξε το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας.

Μπορεί να γραφτεί ολόκληρο βιβλίο σχετικά με τη διαλεκτική σχέση της Νέας Δημοκρατίας με τον φιλελευθερισμό αν δεν έχει ήδη γραφτεί. Το μεγάλο αυτό συντηρητικό κόμμα, φιλοδοξούσε ανέκαθεν να εκπροσωπήσει έναν ευρύ ιδεολογικό χώρο. Έτσι, εμφιλοχωρούσαν πάντα η φιλελεύθερη ρητορική και δεδηλωμένοι υποστηρικτές του φιλελευθερισμού. Οι φιλελεύθερες φωνές στις τάξεις της ΝΔ υπήρξαν άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο αξιόπιστες. Ωστόσο, το πιο σημαντικό είναι ότι όποτε βρέθηκε στην εξουσία το κόμμα απέτυχε να οδηγήσει την Ελλάδα σε μια φιλελεύθερη πορεία. Δομικά ο συντηρητισμός εξαρτάται από την επιβίωση του πελατειακού κράτους και των κρατικιστικών στρατηγικών.

Προκειμένου να πάρουν σαφείς αποστάσεις από τους (κακούς) φιλελεύθερους που επιδιώκουν μικρή κυβέρνηση, απορρύθμιση και  μεταρρυθμίσεις στην αγορά, οι παλαιάς σχολής συντηρητικοί της ΝΔ χρησιμοποίησαν και μάλιστα καταχρηστικά, τον όρο «κοινωνικός φιλελευθερισμός». Οι αρετές του φιλελευθερισμού δεν χρειάζονται παράθεση επιθέτων. Αν εφαρμοστούν πιστά, οι φιλελεύθερες πολιτικές οδηγούν στη δημιουργία πλούτου. Αυτός με τη σειρά του σε μια δημοκρατία μπορεί να αναδιανεμηθεί, σύμφωνα με τις επιθυμίες της πολιτικής τάξης. Όμως, το σημαντικό είναι πρώτα να δημιουργηθεί πλούτος πριν αναδιανεμηθεί. Οι σοσιαλιστές (και άλλοι λαϊκιστές) είναι δεξιοτέχνες στη διανομή πλούτου που έχουν δανειστεί από άλλους. Είναι λίγες οι χώρες όπου αυτό το φαινόμενο είναι πιο ανάγλυφο από ότι στην Ελλάδα με όλη τη φτώχεια και την παρακμή που συνεπάγεται.

Σε πρόσφατες συζητήσεις για την έξοδο από την κρίση, οι φωνές των ελλήνων φιλελευθέρων μετά βίας ακούστηκαν. Αυτό είναι τραγικό καθώς ο φιλελευθερισμός διαθέτει την κατάλληλη θεραπεία για μια βιώσιμη λύση. Οι τρέχουσες συζητήσεις στην Ελλάδα εστιάζονται έντονα στους φόρους και στις περικοπές δαπανών και αυτό είναι καταστροφικό για την ανάπτυξη και την αύξηση. Σημαντικότερες, για βιώσιμη λύση και έξοδο από την κρίση, είναι οι θεσμικές αλλαγές. Οι πιστωτές τις είχαν ζητήσει εξαρχής. Όπως ήταν αναμενόμενο οι δυνάμεις της καθεστηκυίας τάξης και του πολιτικού κατεστημένου δεν κατόρθωσαν να εφαρμόσουν τις περισσότερες από αυτές διότι θα κατέστρεφαν το αυτή καθαυτή τη βάση του οικείου καπιταλιστικού και κρατικού συστήματος όπου στηρίζονται για την επιβίωσή τους.

Οι δρακόντιες απαιτήσεις των πιστωτών της Ελλάδας δεν είναι όλες έργο του διαβόλου, όπως έχουν οδηγηθεί να πιστέψουν οι έλληνες. Περιλαμβάνουν στοιχεία τα οποία μπορούν να αποτελέσουν ιστορική ευκαιρία για τον εκσυγχρονισμό, ακόμα και την επανάσταση, στις κοινωνικό-οικονομικές δομές. Όλες οι χώρες που έχουν ακολουθήσει την οικονομία της αγοράς και έχουν εφαρμόσει το κράτος δικαίου στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας έχουν επιτύχει. Έτσι, τελικά αυτό μπορεί να αποτελέσει μια μεγάλη ευκαιρία για την Ελλάδα και τους έλληνες φιλελεύθερους.

Η αμφιλεγόμενη συμφωνία διασφαλίζει την θέση της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή οικογένεια των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Είναι, λοιπόν, μεγάλης γεωστρατηγικής σημασίας όχι μόνο για την Ευρώπη, αλλά και για την Ελλάδα με δεδομένη τη θέση της και το ταραγμένο περιβάλλον που -και πάλι- την περιβάλλει.

Μια ευρωπαϊκή -και φιλελεύθερη- Ελλάδα θα ήταν καλύτερη για όλους τους ανθρώπους της.

Πηγή: in.gr

————————————
Ο Δρ. Ρόναλντ Μαϊνάρντους έζησε επί σειρά ετών στην Ελλάδα ασχολούμενος με θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος. Υπήρξε, μεταξύ άλλων, εκπρόσωπος στην Ελλάδα του Ιδρύματος «Friedrich Naumann», από το 1990 έως το 1993, και στη συνέχεια Διευθυντής της Ελληνικής Εκπομπής της Deutsche Welle. Στο παρόν άρθρο εκφράζει προσωπικές απόψεις. Twitter: @Meinardus

Advertisements